
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο εκτυπωτής τύπωνε συνεχώς σελίδες, τη μία μετά την άλλη. Όταν βγήκε και η τελευταία, ο Κωστής τις συγκέντρωσε όλες μαζί δημιουργώντας έναν τακτικό σωρό. Μετά πήρε μια καινούρια λευκή κόλα και με μια πένα με μελάνι, δεν του άρεσαν τα στιλό, έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα τον τίτλο του τελευταίου του βιβλίου: Το ρεπορτάζ στους σύγχρονους πολέμους.
Η πρώτη προσπάθεια δεν τον ικανοποίησε, έτσι έσκισε δυο τρία χαρτιά πριν πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η λάμπα πάνω στο γραφείο του, δίπλα στον αναμμένο υπολογιστή, τρεμόπαιξε. Το ξαφνικό φύσημα του αέρα άνοιξε διάπλατα τη μισόκλειστη μπαλκονόπορτα. Ο Κωστής στράφηκε και είδε πέρα στον ορίζοντα πως άστραφτε. Έκλεισε τον υπολογιστή και έσκυψε να μαζέψει βιαστικά τα χαρτιά που είχαν σκορπίσει στο πάτωμα. Μόλις που πρόλαβε να κλείσει τα τζάμια, η μυρωδιά της βροχής πλημμύρισε το δωμάτιο. Πήρε μια βαθιά ανάσα παρακολουθώντας την μπόρα να κάνει τη νύχτα μέρα. Το ρολόι χτύπησε έντεκα φορές. Γύρω υπήρχαν αρκετά παλιά αντικείμενα που, κατά περίεργο τρόπο, έδεναν αρμονικά με τους εκτυπωτές και τους σκάνερ πάνω στο γραφείο.
Ο άντρας ήπιε μια γουλιά από το κονιάκ του, σκάλισε λίγο το μισοσβησμένο τζάκι και κοίταξε ξανά την καταιγίδα έξω που λυσσομανούσε. Έτσι έβρεχε, σκέφτηκε, την πρώτη φορά που σε αγκάλιασα, Αθηνά. Στριμωγμένοι μες στο αυτοκίνητο… ούτε τους αναστεναγμούς μας δεν ακούγαμε από τα μπουμπουνητά. Έβρεχε και τότε που σε περίμενα έξω από τον Κορυδαλλό.
Ο ήχος του τηλεφώνου ακούστηκε δυνατός, ενοχλητικός. Ταυτόχρονα χτύπησε και το κινητό του.
«Ναι» απάντησε ενοχλημένος, μυρίζοντας μπελάδες στον αέρα. «Να στείλετε φωτογράφους για να καλυφθεί το περιστατικό. Η Σήμανση έφτασε; Πόσες κλούβες; Καλά. Θα είμαι εκεί σε λίγο. Οι ρεπόρτερ από το κανάλι πρέπει ν’ αναμεταδίδουν τώρα! Τώρα!» φώναξε και συνέχισε πιο ήρεμα: «Εντάξει, θα τα πούμε από κοντά σε λίγο».
Πάλι αίματα.
Μετά πήρε την καμπαρντίνα του, κλείδωσε και έφυγε.
Ο Κωστής, οδηγώντας προσεκτικά, έφτασε μετά από δέκα λεπτά στην Ομόνοια. Εκεί, έξω από μια τράπεζα, μια αυτοσχέδια βόμβα είχε κάνει θρύψαλα όλα τα τζάμια των γύρω κτιρίων. Υπήρχαν τραυματίες ενώ οι σειρήνες των περιπολικών ούρλιαζαν. Το συνεργείο από το κανάλι του έπαιρνε ήδη πλάνα. Σήκωσε τον γιακά της καμπαρντίνας του και βγήκε από το αυτοκίνητο ψύχραιμος. Στη δουλειά αυτή είχε δει πάρα πολλά αμέτρητες φορές…
Τα ασθενοφόρα μετέφεραν τους τραυματίες, τα συνεργεία μάζευαν τα τζάμια κάτω από τη βροχή που δυσκόλευε τα πάντα. Ο Λινάρδος παρουσίαζε για τον σταθμό τα πρόσφατα αιματηρά γεγονότα. Ένα συνηθισμένο ρεπορτάζ…
Η βροχή δεν σταμάτησε λεπτό. Τρεις ώρες αργότερα, μουσκεμένος ως το κόκαλο, κουρασμένος, οδηγούσε επιστρέφοντας σπίτι. Είχε μπουχτίσει, είχε αηδιάσει πια από την ατελείωτη βία.
Νομίζω ότι τέλειωσα με το ρεπορτάζ, σκέφτηκε. Μπάφιασα! «Θα γράψω» είπε φωναχτά. «Θα γράψω τις αναμνήσεις μου».
Κάποιος από το αμερικανικό πρακτορείο με το οποίο συνεργαζόταν ο Κωστής τον κάλεσε να πάει με μία ομάδα ανθρωπολόγων που θα έκαναν έρευνα στον Αμαζόνιο. Συνεργάζονταν με το Πανεπιστήμιο ΜΙΤ και ήθελαν να την καλύψει δημοσιογραφικά.
«Όλα θα γίνουν» μουρμούρισε.
Βγαίνοντας από την πόρτα του ελικοπτέρου και κατεβαίνοντας τη σχοινένια σκάλα, πήδησε και προσγειώθηκε στην πυκνή βλάστηση του Αμαζονίου, πίσω από τους ανθρωπολόγους. Ξαφνικά του ήρθαν στο μυαλό τα όμορφα μάτια της Αθηνάς. Με το μικρόφωνο στο χέρι ξεκίνησε για μια νέα, ριψοκίνδυνη αποστολή, ήταν ο φημισμένος δημοσιογράφος Κωστής Λινάρδος, ένας από τους καλύτερους στον κόσμο. Βρισκόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Αθηνά Βιδάλη, την αγαπημένη του γυναίκα και πιστή ερωμένη, που σιωπηλή και αθέατη πάντα τον περίμενε σ’ έναν ηλιόλουστο κήπο της Αττικής… Πονούσαν και οι δύο από αυτόν τον χωρισμό, υπέφεραν και μαράζωναν ο ένας μακριά από τον άλλο.
Η Αθηνά ασχολήθηκε με τα λουλούδια της πολλή ώρα.
Ο μαρτιάτικος ήλιος έλαμπε καθώς εκείνη πετούσε τα γάντια της στο καλάθι με τις τσάπες και τα φτυάρια. Ζεσταμένη, ιδρωμένη, μ’ αυτή την ευχάριστη κούραση που φέρνει η εργασία στο ύπαιθρο, γεμάτη χώματα στο πρόσωπο και στα χέρια, σήκωσε το τηλέφωνο υποχωρώντας στην παρόρμηση της στιγμής.
Είχε τέτοια λαχτάρα ν’ ακούσει τη φωνή του, έστω και για δυο λεπτά, που πνιγόταν από την επιθυμία. Όμως η γραμμή ήταν γεμάτη παράσιτα. Δοκίμασε δυο τρεις φορές μάταια.
«Είναι ανώφελο» μουρμούρισε παρατώντας την προσπάθεια απογοητευμένη.

Έκανε ένα γρήγορο ντους και φορώντας μια ζεστή ρόμπα, βολεύτηκε στην αγαπημένη της θέση, με τα πόδια πάνω στον καναπέ. Έβλεπε έξω τον κήπο να μπουμπουκιάζει παραδομένος στην άνοιξη που ερχόταν. Σαγηνευτικές σκιές έπεφταν παντού και τα χρώματα του δειλινού κάλυψαν τα πάντα. Ήταν όλα ήρεμα. Ο παράδεισος ο τόσο ακριβά πληρωμένος!
Έμεινε έτσι χαλαρή κανένα τέταρτο, με το μυαλό σχεδόν άδειο. Ύστερα τηλεφώνησε στις εγγονές της. Οι χαριτωμένες κουβέντες τους την απορρόφησαν προς στιγμήν και μετρίασαν τον καημό της απουσίας του και του χωρισμού τους. Υποσχέθηκε στις μικρές να πάνε μαζί σινεμά την επομένη και να τους φτιάξει κέικ σοκολάτας.
Απλά πράγματα, καθημερινά, μικρές στιγμές ευτυχίας. Τόσο ταιριαστά στη φύση κάθε γυναίκας, τόσο διαφορετικά από την προηγούμενη ζωή της.
Ποιος θα φανταζόταν ποτέ ότι η Αθηνά Βιδάλη, σύζυγος του πληθωρικού υφυπουργού, η δολοφόνος του, που οι σκανδαλώδεις φωτογραφίες της ξεσήκωσαν θύελλα κριτικών, η σοβαρή δικηγόρος, που κατέληξε όμως τρόφιμος φυλακών, αυτή η τόσο όμορφη και αισθαντική γυναίκα στην πραγματικότητα ήταν μια ύπαρξη τρυφερή, ευαίσθητη, γλυκιά και τόσο θηλυκιά… Άνθρωπος σεμνός, ντροπαλός, με ιδεώδη υψηλά.
Ποιος θα το πίστευε ποτέ ότι αυτή που κρατούσε το υπουργικό γραφείο του άντρα της και έγραφε όλους τους λόγους του, που η υπευθυνότητα για τη δουλειά και το επαγγελματικό άγχος για τελειότητα βασάνιζαν καθημερινά τη σκέψη της, ήταν η ίδια γυναίκα με τούτη την απλή γκριζομάλλα με τα υπέροχα μάτια;
Πόσο σκληρά πλήρωσε την ηρεμία της ψυχής της! Πόσο χρειάστηκε να παλέψει την τυφλή και κουφή μοίρα. Ο πολύς κόσμος την είχε ξεχάσει. Λίγοι φίλοι διαλεχτοί και ο γιος της με την οικογένειά του αποτελούσαν τον κοντινό της περίγυρο. Δεν ήθελε εξάλλου τίποτε άλλο ούτε είχε άλλα ψυχικά αποθέματα.
Όμως όταν έμενε μόνη, όταν ο αγαπημένος άντρας της έλειπε, τότε συχνά έκαναν την εμφάνισή τους οι αναμνήσεις. Άλλες καλές, άλλες απίστευτα οδυνηρές.
Έτσι και τώρα, με το σκοτάδι σιγά σιγά να φωλιάζει στο δωμάτιο, με τη σιωπή γεμάτη από καθημερινούς, απαλούς ήχους, η Αθηνά πλημμύρισε θύμησες. Σκληρός φρουρός η μνήμη, αδυσώπητος σύντροφος και λυτρωτής μαζί. Βίωνε ξανά κάθε λεπτό από τα περασμένα. Όλα από την αρχή, από την πρώτη τους συνάντηση, το πάθος και την αγάπη τους, μέχρι το τέλος…