«Μέσω του προγράμματος πρόωρων αποπληρωμών της Ελλάδας, το δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω, κοντά στο 130% του ΑΕΠ το 2027», ανέφερε ο κ. Πιερρακάκης.
Ο υπουργός εξήρε την ομάδα του Οργανισμού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) για το έργο της στη μείωση του χρέους, δηλώνοντας ότι αποτελούν τους «σιωπηλούς ήρωες» της ελληνικής ανάκαμψης.
Δικαίωση Ελλάδας στο Λονδίνο: Νίκη του ΟΔΔΗΧ στη δίκη για την επαναγορά τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), ανακοίνωσε νωρίτερα σήμερα, Τετάρτη (6/5) ότι εξασφάλισε μια σημαντική νίκη στο Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας.
Συγκεκριμένα αναφέρει ο ΟΔΔΗΧ: Με απόφαση που εξέδωσε ο αξιότιμος δικαστής κ. Bright, το Δικαστήριο επικύρωσε την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος της Ελληνικής Δημοκρατίας να επαναγοράσει τους τίτλους συνδεδεμένους με το ΑΕΠ και επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα καθόρισε ορθά την τιμή επαναγοράς σύμφωνα με τον συμβατικό μηχανισμό τιμολόγησης.
Έπειτα από διήμερη ακροαματική διαδικασία στις 21 και 22 Απριλίου εφέτος, το Δικαστήριο εξέδωσε αναγνωριστική απόφαση επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα άσκησε εγκύρως το δικαίωμα αγοράς βάσει του όρου 6.1 των όρων και προϋποθέσεων των τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ. Το Δικαστήριο παρέθεσε περαιτέρω δήλωση ότι η τιμή εξαγοράς ύψους 252,28 ευρώ ανά 1.000 τίτλους υπολογίστηκε και καθορίστηκε ορθά με αναφορά στις τιμές αγοράς και πώλησης που παρείχε η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων (ΗΔΑΤ) της Τραπέζης της Ελλάδος κατά τις σχετικές 30 ημέρες διαπραγμάτευσης, όπως απαιτείται από τους όρους και τις προϋποθέσεις των τίτλων.
Η υπόθεση αφορούσε σε τίτλους συνδεδεμένους με το ΑΕΠ που εκδόθηκαν από την Ελλάδα το 2012 στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους της, με συνολικό ονομαστικό ποσό που υπερβαίνει τα 62 δισ. ευρώ, καθιστώντας τους τη μεγαλύτερη σειρά τίτλων συνδεδεμένων με το ΑΕΠ που έχει ποτέ εκδώσει κυρίαρχο κράτος. Η διαφορά προέκυψε, αφού ορισμένοι επενδυτές αμφισβήτησαν τη νομιμότητα της ειδοποίησης επαναγοράς εκ μέρους του ελληνικού κράτους και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της τιμής εξαγοράς. Η Ελλάδα ζήτησε αναγνωριστική απόφαση από τα αγγλικά δικαστήρια προκειμένου να επιλυθούν οριστικά τα ζητήματα αυτά.
Σε μια αναλυτική απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε τα επιχειρήματα ότι η τιμολόγηση θα έπρεπε να είχε προκύψει από εναλλακτικές πηγές της αγοράς και επιβεβαίωσε ότι η Ελλάδα εφάρμοσε ορθά το συμβατικό πλαίσιο κατά τον καθορισμό της τιμής.
Η υπόθεση αυτή ξεχωρίζει για την καινοτόμο χρήση της αναγνωριστικής απόφασης ώστε να εκδοθεί μία ενιαία απόφαση σχετικά με την εφαρμογή ενός σύνθετου χρηματοοικονομικού εργαλείου, αποφεύγοντας κατακερματισμένες δικαστικές διαδικασίες και αντιφατικές αποφάσεις και παρέχοντας βεβαιότητα σε εκδότες και λοιπά επηρεαζόμενα μέρη. Το Δικαστήριο ενέκρινε τη χρήση της αναγνωριστικής απόφασης στις συγκεκριμένες περιστάσεις ως τον «πλέον αποτελεσματικό» τρόπο επίλυσης της διαφοράς.
«Χαιρετίζουμε την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Αγγλίας και τη σαφήνεια που παρέχει στους κατόχους των τίτλων και στην ευρύτερη αγορά. Η απόφαση επιβεβαιώνει τη δέσμευση της Ελλάδας να ενεργεί καλόπιστα και σύμφωνα με το εφαρμοστέο συμβατικό πλαίσιο», δήλωσε ο Δημήτρης Τσάκωνας, γενικός διευθυντής του ΟΔΔΗΧ.
Μείωση του δημόσιου χρέους, αναβάθμιση της οικονομίας
Παρά την κρίση στη Μέση Ανατολή, η Αθήνα πιστεύει ότι μπορεί να πετύχει εντός του έτους την αναβάθμιση της οικονομίας στη βαθμίδα ΒΒΒ+ από ΒΒΒ σήμερα, προετοιμάζοντας δυναμικές κινήσεις, οι οποίες θα μειώσουν το χρέος κατά 10% του ΑΕΠ, εξοικονομώντας τόκους ύψους πάνω από 2,4 δισ. ευρώ.
Οι κινήσεις που ετοιμάζονται στην πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του πρώτου και του δευτέρου Μνημονίου στόχο έχουν να πειστούν οι αγορές, αλλά και οι οίκοι αξιολόγησης ότι το ελληνικό χρέος θα συνεχίσει να μειώνεται με ταχείς ρυθμούς, ανεξάρτητα από τις παγκόσμιες συνθήκες. Τούτο, με δεδομένο ότι και φέτος η Ελλάδα αποπληρώνει πρόωρα παλιό και ακριβό χρέος και παράλληλα επιτυγχάνει επιδόσεις, με τις οποίες μπορεί να μειώνει το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ, σε μέση ετήσια βάση κατά 8% του ΑΕΠ, και στοχεύει να πάψει να είναι η χώρα με το υψηλότερο χρέος εντός της Ε.Ε.
Το σχέδιο
Στην κατεύθυνση αυτή, όπως έχει ήδη ανακοινωθεί, θα πραγματοποιηθεί η πρόωρη αποπληρωμή 7 δισ. ευρώ από το τελευταίο δάνειο του πρώτου Μνημονίου. Πρόκειται για το δάνειο ύψους 52,3 δισ. ευρώ απευθείας με τις χώρες της ευρωζώνης (GLF). Από το δάνειο αυτό η Ελλάδα έχει μέχρι στιγμής εξοφλήσει 21,17 δισ. ευρώ και με την καταβολή άλλων 7 δισ. ευρώ θα φτάσουν τα 28,16 δισ. ευρώ, δηλαδή θα έχει αποπληρώσει περισσότερο από το μισό δάνειο μέσα πέντε χρόνια. Ειδικά φέτος όμως η αποπληρωμή δεν θα γίνει στο τέλος του χρόνου όπως συνέβαινε από το 2022 που αποπληρώνουμε πρόωρα μνημονικά δάνεια. Στην πράξη η πληρωμή μέσα στον Ιούνιο θα έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα να διαγράψει με μια κίνηση χρέος ύψους 2,5% του ΑΕΠ, ενώ αναμένεται ότι θα έχει κέρδος ύψους 200 εκατ. ευρώ σε τόκους που αντιστοιχεί στους τόκους που θα πλήρωνε η χώρα μέχρι να πληρώσει τα χρήματα με βάση το αρχικό δοσολόγιο του δανείου. Η επιλογή να αποπληρωθούν τα 7 δισ. ευρώ μέσα στο καλοκαίρι είναι τετελεσμένη πριν ξεκινήσει ο δεύτερος κύκλος των αξιολογήσεων της οικονομίας τον Σεπτέμβριο.
Στάση αναμονής
Σήμερα, με μόνη την αξιολόγηση από τη Fitch στις 8 Μαΐου να απομένει για να κλείσει ο πρώτος κύκλος των αξιολογήσεων της οικονομίας για το 2026, η γενική εντύπωση από τους οίκους είναι ότι όλοι τηρούν στάση αναμονής λόγω της αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος στον Ιράν και την εν εξελίξει ενεργειακή κρίση. Η DBRS, η Moody’s, η SCOPE και την περασμένη Παρασκευή η S&P διατήρησαν αμετάβλητη την αξιολόγησή τους για την Ελλάδα, αναμένοντας τις εξελίξεις και τις συνέπειες της ενεργειακή κρίσης. Οι κοινές παρατηρήσεις σε όλες τις αξιολογήσεις για το ενδεχόμενο αναβάθμισης της οικονομίας ήταν δύο: Η συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, που είναι λίγο ως πολύ δεδομένη, και η δραστική μείωση του χρέους.
Δεύτερος κύκλος
Ο δεύτερος κύκλος αξιολογήσεων της οικονομίας ξεκινά στις 4 Σεπτεμβρίου με την DBRS. Ακολουθούν οι Moody’s και Scope που -αν δεν υπάρξουν αλλαγές στα ημερολόγιά τους έως τότε- θα ανακοινώσουν τις αξιολογήσεις τους για την Ελλάδα ταυτόχρονα, στις 18 Σεπτεμβρίου. Στις 23 Οκτωβρίου θα ακολουθήσει η S&P και στις 6 Νοεμβρίου η Fitch. Το φθινόπωρο, οι οίκοι θα έχουν να αξιολογήσουν, εκτός από την μείωση του χρέους, η οποία θα έχει καταγραφεί, και τις έως τότε επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.
Επιδόσεις
Το πρωτογενές πλεόνασμα που είναι άμεσα συνδεδεμένο με το μέγεθος του χρέους αναθεωρήθηκε με το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό σχέδιο από το 2,8% του ΑΕΠ που προέβλεπε ο Προϋπολογισμός του 2026 στο 3,4% του ΑΕΠ, ενώ και η ίδια η πρόβλεψη του χρέους για φέτος από το 138,2% του ΑΕΠ που είχε ως στόχο ο Προϋπολογισμός στο 136,4% του ΑΕΠ, με προοπτική να κλείσει ακόμη χαμηλότερα στο τέλος του χρόνου. Εκτός όμως από τα αριθμητικά δεδομένα, το ΥΠΕΘΟ θα κρατήσει έναν ακόμη «άσο» για τη μείωση του χρέους, τον οποίο θα παίξει στο τέλος του χρόνου. Πρόκειται να ανακοινώσει ότι με χρήση των ταμειακών διαθεσίμων, τα οποία θα παραμένουν πάνω από τα 30 δισ. ευρώ μέχρι και το τέλος του χρόνου, θα αρχίσει να αποπληρώνει και τα δάνεια του δεύτερου Μνημονίου.
Τα δάνεια του EFSF
Συγκεκριμένα σχεδιάζεται η αποπληρωμή ενός μικρού μέρους από τα δάνεια ύψους 110 δισ. ευρώ που πήρε η Ελλάδα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), o οποίος, ως γνωστόν, ήταν ο πρόδρομος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, από τον οποίο η Ελλάδα είχε χρηματοδότηση 110 δισ. ευρώ, μπαίνοντας στο δεύτερο Μνημόνιο. Το θέμα πρέπει να συμφωνηθεί και με τον ESM, που, εκτός από ότι παραμένει ο μεγαλύτερος δανειστής της Ελλάδας από τον λεγόμενο επίσημο τομέα, είναι και επιπλέον η συνέχεια του EFSF.
Στόχος η βαθμίδα ΒΒΒ+
Με αυτά τα «όπλα», η Ελλάδα περιμένει να κάνει ένα άλμα στη μείωση του χρέους, με στόχο στο τέλος του χρόνου να πάψει να έχει το υψηλότερο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ εντός της Ε.Ε. Με τις παρεμβάσεις αυτές εκτιμάται ότι κάποιοι από τους οίκους αξιολόγησης, μέχρι και το τέλος του χρόνου, θα κάνουν την κίνηση να αναβαθμίσουν την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ+ από τη βαθμίδα ΒΒΒ που βρίσκεται σήμερα.
Η μείωση του χρέους κάτω από 136,8% του ΑΕΠ, που είναι ο νέος στόχος για το χρέος φέτος, και η πιθανή αναβάθμιση της οικονομίας μία βαθμίδα κάτω από την βαθμίδα Α, η οποία αποτελεί και έναν στρατηγικό στόχο της Ελλάδας μετά και το τέλος του τρίτου Μνημονίου, θα φτάσουν τη χώρα να κινείται παράλληλα με τις υπόλοιπες χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου. Αυτό από μόνο του θα μειώσει σε χαμηλότερα επίπεδα τις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων και επιπλέον θα κάνει το ελληνικό χρέος πιο ανθεκτικό από τις ακραίες διακυμάνσεις των αγορών, όπως αυτές που ζούμε το τελευταίο διάστημα λόγω της κρίσης.

