«Μπλόκο» σε επιστροφές φόρων λόγω παραγραφής

15/12/18 • 18:41 | UPD 15/12/18 • 18:47

Γιώργος Παλαιτσάκης

Απέρριψαν αίτημα φορολογούμενου, που μετά την απόφαση του ΣτΕ για… ταβάνι στους ελέγχους την πενταετία διεκδίκησε 3,2 εκατ. ευρώ

Το Δημόσιο δεν επιτρέπεται να επιστρέψει σε φορολογούμενους τα καταβληθέντα ποσά φόρων και προστίμων τα οποία τους καταλογίστηκαν μετά από ελέγχους του Κέντρου Ελέγχου Φορολογουμένων Μεγάλου Πλούτου (ΚΕΦΟΜΕΠ) στις κινήσεις των τραπεζικών τους λογαριασμών, για φορολογικές χρήσεις οι οποίες κρίθηκε μεταγενέστερα -με απόφαση του ΣτΕ- ότι είχαν παραγραφεί όταν διενεργήθηκαν οι έλεγχοι.

Το δικαίωμα του Δημοσίου να μην επιστρέψει τα καταλογισθέντα και εισπραχθέντα ποσά ισχύει στις περιπτώσεις αυτές, μόνο υπό την προϋπόθεση ότι οι ελεγχθέντες φορολογούμενοι δεν είχαν αμφισβητήσει επί της ουσίας τις οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, δηλαδή δεν είχαν υποβάλει προσφυγές κατά των πράξεων αυτών στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών (εντός 30 ημερών από την κοινοποίησή τους).

H υπόθεση

Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει από μια απόφαση που εξέδωσε η ΔΕΔ τον περασμένο Ιούλιο. Πρόκειται για την υπ’ αριθμόν 3591/24-7-2018 της ΔΕΔ, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα φορολογουμένου για επιστροφή φόρων συνολικού ύψους 3,2 εκατ. ευρώ που είχε καταβάλει από τον Ιούνιο του 2015, αποδεχόμενος ήδη από τότε τις πράξεις οριστικού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου που εξέδωσε το ΚΕΦΟΜΕΠ, κατόπιν φορολογικού ελέγχου τον οποίο διενήργησε, τον ίδιο μήνα, στις κινήσεις των τραπεζικών του λογαριασμών κατά τα έτη 2002-2007.

Ο φορολογούμενος, το καλοκαίρι του 2015, μετά την κοινοποίηση των οριστικών πράξεων προσδιορισμού του φόρου από το ΚΕΦΟΜΕΠ δεν προσέφυγε στη ΔΕΔ για να αμφισβητήσει τις πράξεις αυτές, αλλά τις αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα, προκειμένου να υπαχθεί άμεσα στη ρύθμιση του ν. 4321/2015 που ίσχυε τότε και προέβλεπε απαλλαγή από τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής σε περίπτωση εφάπαξ εξόφλησης του συνόλου των καταλογισθέντων βασικών ποσών φόρου. Με τον τρόπο αυτό πλήρωσε μεν εφάπαξ τα 3,2 εκατ. ευρώ των βασικών ποσών φόρου που του είχαν καταλογιστεί, αλλά γλίτωσε από προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ύψους 3,9 εκατ. ευρώ που επίσης του είχαν καταλογιστεί.

Ανατροπή…

Ωστόσο, 2 περίπου χρόνια αργότερα, στα μέσα του 2017, το ΣτΕ εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 1738/2017 απόφασή του με την οποία:

* έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις με τις οποίες είχαν παραταθεί κατά καιρούς οι πενταετείς προθεσμίες παραγραφής υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος και

* όρισε την πενταετία ως εύλογο χρονικό περιθώριο για την άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου να ελέγχει κάθε φορολογική χρήση και να επιβάλλει τυχόν επιπλέον φόρους εισοδήματος και πρόστιμα.

Το αίτημα

Ο φορολογούμενος, όταν περί τα τέλη του 2017 ή τις αρχές του 2018 πληροφορήθηκε την παραπάνω απόφαση του ΣτΕ, θεώρησε ότι το 2015 που του έγινε ο έλεγχος για τις υποθέσεις των ετών 2002-2007 είχε ήδη παρέλθει η πενταετής προθεσμία παραγραφής που όριζε η απόφαση του ΣτΕ, οπότε οι υποθέσεις αυτές είχαν ήδη παραγραφεί από τότε. Αποφάσισε λοιπόν να διεκδικήσει την επιστροφή των 3,2 εκατ. ευρώ που κατέβαλε το 2015. Ετσι, στις 8/2/2018 υπέβαλε στο ΚΕΦΟΜΕΠ αίτημα για επιστροφή των 3,2 εκατ. ευρώ που του καταλογίστηκαν, υποστηρίζοντας ότι οι οριστικές πράξεις προσδιορισμού του ποσού αυτού εκδόθηκαν μη νόμιμα το 2015, καθώς το δικαίωμα του Δημοσίου να τον ελέγξει και να του καταλογίσει φόρους είχε, ήδη από το έτος εκείνο, υποπέσει σε παραγραφή, βάσει της υπ’ αριθμόν 1738/2017 αποφάσεως του ΣτΕ.

Απόρριψη

Το ΚΕΦΟΜΕΠ με απαντητικό έγγραφο που εξέδωσε στις 28-2-2018 γνωστοποίησε στον φορολογούμενο ότι η αίτησή του απορρίπτεται επειδή:

1 Δεν επιτρέπεται η υποβολή αιτήματος ανάκλησης οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και τελών χαρτοσήμου, διότι αίτηση θεραπείας επιτρέπεται μόνο όταν δεν προβλέπεται ειδική διοικητική ή ενδικοφανής προσφυγή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 ν. 2690/1999, ενώ στην κρινόμενη περίπτωση μπορούσε να ασκηθεί κατ’ αυτών η προβλεπόμενη στις διατάξεις κατ’ άρθρο 63 ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) ενδικοφανής προσφυγή, η οποία δεν ασκήθηκε.

2 Σύμφωνα με τον κανόνα της βεβαιότητας του φόρου, οι εκδιδόμενες πράξεις της φορολογικής αρχής, όταν καταστούν αμετάκλητες, δεν υπόκεινται σε ανάκληση, παρά μόνο εφόσον διάταξη νόμου επιτρέπει αυτό ρητώς.

3 Αιτήματα επιστροφής φόρων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων, με την αιτιολογία ότι αφορούν σε παραγεγραμμένες χρήσεις με βάση την υπ’ αρ. 1738/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν είναι βάσιμα εκ μόνου του λόγου τούτου, χωρίς ακύρωση ή τροποποίηση των καταλογιστικών πράξεων με απόφαση της ΔΕΔ ή του δικαστηρίου, ενώ και κατά το άρθρο 272 εδ. Β’ του Αστικού Κώδικα, ό,τι καταβλήθηκε χωρίς γνώση της παραγραφής δεν αναζητείται.

Νέα απόπειρα

Ο φορολογούμενος αντέδρασε υποβάλλοντας στις 30-3-2018 ενδικοφανή προσφυγή στη ΔΕΔ, αλλά και η υπηρεσία αυτή απέρριψε την προσφυγή του, με την υπ’ αριθμόν 3591/24-7-2018 απόφασή της στην οποία χρησιμοποίησε νομική επιχειρηματολογία ίδια με αυτήν του ΚΕΦΟΜΕΠ.

H υπόθεση

Τον Ιούνιο του 2015 το ΚΕΦΟΜΕΠ έλεγξε φορολογούμενο για τα έτη 2002-2007.

Τον ίδιο μήνα (Ιούνιο 2015) ο φορολογούμενος, αποδεχόμενος τις πράξεις οριστικού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, πλήρωσε εφάπαξ 3,2 εκατ. €

Στα μέσα του 2017, το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις με τις οποίες είχαν παραταθεί οι πενταετείς προθεσμίες παραγραφής υποθέσεων φορολογίας εισοδήματος

Στις 8 Φεβρουάριου του 2018 ο φορολογούμενος υπέβαλε στο ΚΕΦΟΜΕΠ αίτημα για επιστροφή των 3,2 εκατ. ευρώ, υποστηρίζοντας ότι το δικαίωμα του Δημοσίου να τον ελέγξει είχε υποπέσει σε παραγραφή

Στις 28 Φεβρουάριου του 2018 το ΚΕΦΟΜΕΠ γνωστοποίησε στο φορολογούμενο ότι η αίτησή του απορρίπτεται

30 Μαρτίου 2018 ο φορολογούμενος υπέβαλε ενδικοφανή προσφυγή στη ΔΕΔ, αλλά και η υπηρεσία αυτή απέρριψε την προσφυγή του

Από την έντυπη έκδοση του Ελεύθερου Τύπου