Η Μελίνα Μερκούρη ήταν η πιο αντισυμβατική, η πιο αντιστάρ και το κενό που έχει αφήσει η γυναίκα που έγραψε τη δική της ιστορία εντός και εκτός συνόρων, παραμένει ακάλυπτο. Ήταν η «ηρωίδα» που με την στεντόρεια φωνή της ηχεί διεκδικούσε με θάρρος και τσαμπουκά τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Μελίνα Μερκούρη: Σήμερα, συμπληρώνονται 32 χρόνια χωρίς τη δυνατή φωνή της.
Η επαναστατική ιδιοσυγκρασία της δεν ήταν απλώς μιας γυναίκας που ήθελε να ασχοληθεί με το θέατρο αλλά ήθελε να τα βάζει με όλους και με όλα έχοντας ως όπλα το θάρρος ή το τσιγάρο που αποτελούσε προέκταση του χεριού της, άλλωστε εκείνη την εποχή το να κρατάει μία γυναίκα τσιγάρο σήμαινε ότι δεν χωρούσε σε καλούπια, εκείνη την εποχή.
Πώς ξεκίνησε μια λαμπερή διαδρομή
Η Μαρία-Αμαλία Μερκούρη (την φώναζαν από μωρό Μελίνα) γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1920 στην Αθήνα, από οικογένεια πολιτικών. Όντας κόρη του στρατιωτικού και πολιτικού Σταμάτη Μερκούρη αλλά και εγγονή του γιατρού και πολιτικού αλλά και μακροβιότερου δήμαρχου Αθηναίων Σπύρου Μερκούρη, δεν μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη.
Μόλις στα πέντε της χρόνια φανέρωσε το υποκριτικό της ταλέντο, όταν δάκρυσε μπροστά στους γονείς της για να τους πείσει να της αγοράσουν κάτι που ήθελε, όμως την πρώτη της αυτοσχέδια “παράσταση” την έδωσε στα δέκα της, σε ένα καφενείο στις Σπέτσες, όπου εκτός από το ενθουσιώδες χειροκρότημα του κοινού, εισέπραξε και ένα χαστούκι από τη μητέρα της, η οποία έσπευσε να διακόψει το “ντεμπούτο”, μόλις πληροφορήθηκε τα καθέκαστα! Στο σχολείο ήταν από τις χειρότερες μαθήτριες, η φαντασία της κάλπαζε σε οτιδήποτε άλλο εκτός των μαθημάτων.
Ήταν 19 ετών όταν ο παππούς της πέθανε (1939), αφήνοντας βαθύ τραύμα μέσα της.
Παρά ταύτα, σε ηλικία 23 χρόνων το 1943 αποφάσισε να ακολουθήσει καριέρα ηθοποιού και έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου απαγγέλοντας ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, με τον Αιμίλιο Βεάκη να βρίσκεται απέναντί της. Από εκείνη τη στιγμή άνοιξε μπροστά της μια λαμπρή καριέρα.
Το 1939, γνώρισε και ερωτεύτηκε τον κατά περίπου δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερό της, Πάνο Χαροκόπο, απόφοιτο του Κέμπριτζ, πάμπλουτο κτηματία και εξαιρετικά καλλιεργημένο και προοδευτικό άνθρωπο, ο οποίος της ζήτησε να παντρευτούν.
Η Μελίνα έθεσε ως μοναδικό όρο να της επιτρέψει να ασχοληθεί με το θέατρο και εκείνος δέχτηκε με χαρά, προτείνοντάς της μάλιστα, αν ήθελε, να ζήσουν στο εξωτερικό (είτε στο Λονδίνο, είτε στο Παρίσι), για να κάνει διεθνή καριέρα. Ο γάμος έγινε κρυφά τον χειμώνα του 1939 σε ένα χωριό της Μεσσηνίας και οι οικογένειες του γαμπρού και της νύφης ενημερώθηκαν με τηλεγράφημα μετά την τέλεση του μυστηρίου.
Το 1944 έκανε το ντεμπούτο της στη σκηνή με το έργο του Αλέξη Σολομού «Το μονοπάτι της λευτεριάς», που κατέβηκε γρήγορα λόγω των «Δεκεμβριανών». Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο και τους θιάσους Κατερίνας και της Μαρίκας Κοτοπούλη.
Ως πρωταγωνίστρια καθιερώθηκε το 1949 με το έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Λεωφορείον ο Πόθος», που ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν και είχε το προνόμιο να γίνει η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός που ερμήνευσε τον απαιτητικό ρόλο της Μπλανς Ντιμπουά. Στο Θέατρο Τέχνης παρέμεινε μέχρι το 1950.
Το 1950 πήρε μέρος στην ιστορική παράσταση “Η Άννα των χιλίων ημερών”, σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Μυράτ, δίπλα στους Χρήστο Τσαγανέα, Νίτσα Τσαγανέα, Τίτο Βανδή, Ειρήνη Παππά, Άννα Συνοδινού, Ντίνο Ηλιόπουλο, Μίμη Φωτόπουλο και Βούλα Ζουμπουλάκη, ενώ την επόμενη χρονιά (1951) βρέθηκε στο Παρίσι, όπου γνώρισε τον Γάλλο θεατρικό συγγραφέα, Μαρσέλ Ασάρ.
Ξεκίνησε έτσι μια περίοδος, κατά την οποία η Μελίνα είχε παρουσία τόσο στην αθηναϊκή, όσο και την παριζιάνικη σκηνή. Στη γαλλική πρωτεύουσα εμφανίστηκε σε μπουλβάρ των Ζακ Ντεβάλ και Μαρσέλ Ασάρ, ενώ ήρθε σε επαφή με προσωπικότητες όπως ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, η Κολέτ και η Φρανσουάζ Σαγκάν.
Οι Κάννες και υποψηφιότητα για Όσκαρ
Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1955 με την θρυλική ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Στέλλα». Η παρουσία της στις Κάννες γοήτευσε τον αμερικανό σκηνοθέτη Ζιλ Ντασέν και από τις ακτές της γαλλικής Ριβιέρας ξεκίνησε η καλλιτεχνική και προσωπική τους σχέση, η οποία ολοκληρώθηκε με γάμο το 1966. Με τον Ντασέν γύρισε τις ταινίες «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1957), από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη, «Ο νόμος» (1958), «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «Φαίδρα» (1962) και «Τοπκαπί» (1964).
Ο Ζυλ Ντασέν και ο γάμος
Το 1964, η Μελίνα Μερκούρη και ο Ζυλ Ντασέν ανήγγειλαν την πρόθεσή τους να δεσμευτούν. Η Παρί Ζουρ δημοσίευσε την είδηση για τη Μελίνα και τον Ντασέν, από τη Λωζάνη όπου αναπαύονταν μετά τα γυρίσματα του Τοπ Καπί (Topkap, 1964), ως εξής: «Η Μελίνα Μερκούρη, 38 ετών, είναι η χαρά της ζωής, η ελευθερία, το απρόοπτο.
Ο Ντασσέν 52 ετών είναι η διακριτική διάνοια, το ταλέντο, ο μη κραυγαλέος αντικομφορμισμός». «Αν στην ηλικία μου δεν γνωρίζω τι είναι σημαντικό εις την ζωήν δεν θα το μάθω ποτέ», ομολογεί η Μελίνα. «Ζω με τον Ντασσέν, τον αγαπώ, είναι καλύτερός μου. Και θα ήθελα αυτό να μην τελειώσει ποτέ».
Οι δύο τους παντρεύτηκαν στις 18 Μαΐου του 1966 στο δημαρχείο Λωζάνης. Ο Νίκος Κούρκουλος ήταν ο μόνος Έλληνας μάρτυρας στο γάμο. Ο άλλος μάρτυρας ήταν ο Ελβετός δικηγόρος του Ζυλ Ντασέν.
Μελίνα Μερκούρη: «Γεννήθηκα Ελληνίδα»
Τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου 1967, ο Μάνος Χατζιδάκις ενημέρωσε τηλεφωνικά τη Μελίνα και τον Ντασέν για το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ελλάδα.
Η Μελίνα έκανε δηλώσεις στις τηλεοπτικές κάμερες των αμερικανικών ΜΜΕ, καταλήγοντας με δάκρυα στα μάτια: “Σας παρακαλώ, μην πάτε στη χώρα μου”. Στις 12 Ιουλίου του ίδιου χρόνου, η χούντα της αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια. Η απάντησή της παραμένει ιστορική: “Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα.
Ήταν το ξεκίνημα μιας ασυμβίβαστης αντιδικτατορικής δράσης. Μαζί με τον Ζυλ Ντασέν, τον Μίκη Θεοδωράκη και πολλούς ακόμα εξόριστους Έλληνες του εξωτερικού, η Μελίνα εξελίχθηκε σε εφιάλτη της χούντας.
Η πολιτική και οι αγώνες για την επιστροφή των Μαρμάρων
Δυναμική και μάχιμη, διετέλεσε υπουργός Πολιτισμού τα έτη 1981—89 και 1993—94 σε όλες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, οπότε και όπως τόνισε και ο Ανδρέας Παπανδρέου «άντεξε» και στους 16 ανασχηματισμούς κυβέρνησης που πραγματοποίησε.
Η Μελίνα Μερκούρη χρησιμοποιώντας την δική της ακτινοβολία και λάμψη κατόρθωσε να διοχετεύσει τον Πολιτισμό στην καθημερινή ζωή του Έλληνα, να τον κάνει θέμα στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων και των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Στην διάρκεια της υπουργίας της ήγειρε το θέμα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο στο Μουσείο της Ακρόπολης. «Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα είναι τα αριστουργήματα, που έκλεψε ο λόρδος Ελγιν ακρωτηριάζοντας το σημαντικότερο μνημείο της ελληνικής αρχαιότητα», έλεγε.
Στόχος της σε αυτή τη δεύτερη θητεία, ήταν να υλοποιήσει τα προγράμματα “Αιγαίο-Αρχιπέλαγος” και “Εκπαίδευση και Πολιτισμός”.
Όμως ο καρκίνος την πρόλαβε, κόβοντας το νήμα της ζωής της στις 6 Μαρτίου του 1994 στο νοσοκομείο Memorial της Νέας Υόρκης. Η σορός της έφτασε στην Ελλάδα δυο μέρες μετά και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι τη συνόδευσαν στην τελευταία της κατοικία, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα που κηδεύτηκε με τιμές εν ενεργεία πρωθυπουργού.
Η συγκίνηση για τον θάνατό της ήταν παγκόσμια. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ώρα της κηδείας της, τα θέατρα και τα καταστήματα στο Μπρόντγουεϊ παρέμειναν κλειστά, ενώ έσβησαν τα φώτα για ένα λεπτό σε ένδειξη πένθους, συνηθισμένη πρακτική για τους Αμερικανούς ηθοποιούς που πρωταγωνίστησαν στις θεατρικές σκηνές της Νέας Υόρκης. Ήταν η “γυναίκα-φλόγα”, η προσωποποίηση του πάθους και της αφοσίωσης στην τέχνη και τον πολιτισμό.

![Κατερίνα Διδασκάλου: Θα υποδυθεί τη Μελίνα Μερκούρη στην ταινία «A spartan dream» – Δείτε την ανάρτηση της [βίντεο]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2024/11/othonis-2024-11-20-063955-150x150-png.webp)