Οπως είναι φυσικό, στην Ελλάδα, μετά την Επανάσταση του 1821, όσοι μιλούν περί γυναικείας χειραφέτησης ακούγονται τουλάχιστον ως ονειροπόλοι, αφού η χώρα μόλις έχει κερδίσει την ελευθερία της ύστερα από εκατονταετίες πολιτικής σκλαβιάς και κοινωνικής οπισθοδρόμησης. Το γυναικείο φύλο είναι παντελώς εξοβελισμένο από τη δημόσια και ιδιωτική ζωή. Μπορεί όλα τα μετεπαναστατικά συντάγματα της χώρας να διακηρύσσουν σαφώς την ισότητα μεταξύ των δύο φύλων, αλλά η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική.

Χωρίς δικαιώματα
Η γυναίκα, ιδιαίτερα στην επαρχία, είναι πολίτης β’ κατηγορίας, χωρίς κανένα πολιτικό και νομικό δικαίωμα, απόλυτα εξαρτημένη από την ανδρική παρουσία πατέρα, συζύγου ή αδελφού, ενώ στην οικογένεια παίζει συνήθως ρόλο υποζυγίου, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ξένος περιηγητής της εποχής: «Βλέπω πολλάς γυναίκας Τσακώνισσας, μεγάλου και ρωμαλέου αναστήματος, αίτινες ησχολούντο αδιακόπως εις το να μετακομίζωσι βάρη». Οι αυξημένες ανάγκες της βιομηχανικής επανάστασης για φθηνά εργατικά χέρια βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στις γυναίκες του 19ου αιώνα.
Παρότι ξεκινούν από τη χαμηλότερη εργασιακή βαθμίδα, αυτή του ανειδίκευτου εργάτη, δεν συναντούν την εργασιακή ισότητα, αφού αμείβονται πολλές φορές με το ήμισυ της αντίστοιχης ανδρικής εργασίας. Π.χ. όσες εργάζονται στην ανόρυξη λίθων για τον λιμενοβραχίονα της Αίγινας αμείβονται με 300 δράμια αλεύρι την ημέρα, ενώ οι άνδρες που κάνουν την ίδια δουλειά στο ίδιο ωράριο δικαιούνται μία οκά. Ολα αυτά παράλληλα με άθλιες συνθήκες εργασίας και υγιεινής, με τουλάχιστον 12ωρα ωράρια, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο φως της ημέρας.
Τα νέα επαγγέλματα που δημιουργούνται (μοδίστρες, υπηρέτριες, κορδελιάστρες, καπελούδες, υφάντρες, εργάτριες κ.λπ.) έχουν ως σταθερό παρονομαστή ότι δεν χρειάζονται οποιοδήποτε επίπεδο βασικής μόρφωσης, ενώ δεν υπάρχει περίπτωση επαγγελματικής ανέλιξης. Οι πρώτες γυναίκες που μπαίνουν στις βασικές βαθμίδες εκπαίδευσης θα γίνουν μαίες, νοσοκόμες και δασκάλες, που αποτελούν και τις κορυφαίες επαγγελματικές ενασχολήσεις του γυναικείου φύλου.
«Απορα κοράσια»
Ξεχωριστό πεδίο σκληρής εκμετάλλευσης αποτελεί η παιδική εργασία κοριτσιών, που ξεκινούν να δουλεύουν από τα παιδικά τους χρόνια σε απάνθρωπες συνθήκες, εκτεθειμένα και απροστάτευτα σε κάθε είδους κίνδυνο. Οι υπάλληλοι σε μεταξουργείο του Πειραιά, στα μέσα του 19ου αιώνα, είναι κατά πλειοψηφία «άπορα κοράσια», που υπό την ομπρέλα της φιλανθρωπίας εργάζονται 12 ώρες την ημέρα, αμειβόμενες με μεροκάματα 1-1,25 δρχ. την ημέρα, έναντι 2-2,50 δρχ. των ανδρών.
Οπως είναι κατανοητό, υπό αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, δεν μπορεί ουδείς να μιλήσει για γυναικείο κίνημα. Τα πρώτα ψήγματα αλλαγών εμφανίζονται τη δεκαετία του 1830 με την εμφάνιση της αστικής τάξης. Τότε παρουσιάζεται η πρώτη γυναικεία διέξοδος με τη δημιουργία του -ιδιωτικού, βέβαια- Αρσακείου, στο οποίο τα κορίτσια σπουδάζουν δασκάλες. Πρώτες Ελληνίδες δασκάλες, που διορίζονται να διδάξουν στην ερειπωμένη ελληνική επαρχία, θεωρούνται η Ελένη Πιτταδάκη και η Πολυτίμη Κουσκουρή.

«Προοδευτικές Κυρίες»
Τη δεκαετία του 1860 δημιουργείται ο γυναικείος σύλλογος «Προοδευτικών Κυριών», με ιδιαίτερα δυναμικές, για την εποχή, διακηρύξεις: «Κάτω από τον ήλιο είμεθα όλοι ίσοι. Κάτω από τον ήλιο είμεθα όλοι παιδιά του Θεού. Με ποιο δικαίωμα οι άνδρες θεωρούνται πλέον δυναμικοί από τας γυναίκας; Ποιος τους έδωσε το δικαίωμα αυτό να το πιστεύουν; Είναι καιρός λοιπόν να αποδείξωμε και εμείς τι είμεθα εις θέσιν να προσφέρουμε εις την πατρίδα και εις την πολιτικήν γενικώς».
Το άδοξο τέλος του μαχητικού συλλόγου επιβεβαιώνει ότι το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής δεν επιτρέπει στη γυναίκα επιθετική -έστω φραστικά- διεκδίκηση των δικαιωμάτων της. Τον λόγο διάλυσής του εξηγεί παραστατικά η Κωνστάντζα Καλαβρού, μία εκ των ιδρυτών του: «Ο σύλλογος των Προοδευτικών Κυριών διαλύθηκε κατόπιν επιτακτικής ανάγκης επειδή οι άρρενες, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του αθηναϊκού πληθυσμού, είναι αγροίκοι και πνευματικώς καθυστερημένοι. Η αναξιοπρέπειά των απεδείχθη διά της ανάνδρου επιθέσεως εις τα γραφεία μας και της καταστροφής των επίπλων των».
Ειρωνείες

Φυσικά, ο Τύπος της περιόδου όχι μόνο δεν ζήτησε συγγνώμη, αλλά κάθε φορά που οι άνδρες αρθρογράφοι έγραφαν για τα δικαιώματα του «ασθενούς φύλου», ξεχείλιζαν από ειρωνεία. Σε δημοσίευμα των αρχών του 20ού αιώνα, δημοσιογράφος απαντά σε δημοσίευμα της Καλλιρρόης Παρρέν στην «Εφημερίς των Κυριών» για τη γυναικεία εργασία: «Το κατ’ εμέ -και θα με συγχωρήσει ελπίζω η κ. Παρρέν για την ωμότητα της φράσεως- δε γνωρίζω παρά μόνο εν μη έντιμο επάγγελμα διά την γυναίκα. Υποθέτω δε ότι το επάγγελμα της κουρέως δεν θα είναι περισσότερον σκανδαλιστικόν ούτε και από το της νοσοκόμου, ούτε και από το της ιατρού, ενώ είναι μυριάκις υγιεινότερον από το της μοδίστρας και τα άλλα επαγγέλματα εις τα οποία κατόπιν επιμονής εισεχώρησαν αι γυναίκες».
Αιτία όλων των δεινών
Σαν να μη φτάνει η οικτρή εργασιακή πραγματικότητα, οι εργαζόμενες γυναίκες στα τέλη του 19ου αιώνα αντιμετωπίζουν και την ηθικολογία της εποχής, που εκφράζεται απόλυτα με την εισαγγελική παρέμβαση, το 1877, που υποστηρίζει ότι η εργασία στα εργοστάσια προσβάλλει τη δημόσια ηθική. Σε αυτό το ασφυκτικό, κοινωνικά και επαγγελματικά, περιβάλλον, το μόνο που μένει στα κορίτσια είναι να ονειρεύονται. Η 16χρονη ομογενής από την Κωνσταντινούπολη, Δήμητρα Βακκά, περιγράφει το, ουτοπικό για την εποχή, όνειρό της να γίνει γιατρός: «Μαύρα σύννεφα πύκνωναν ήδη στον ορίζοντα της νεότητάς μου και ήξερα πως θα πρέπει να αντιμετωπίσω την καταιγίδα. Είχα ένα σωρό σχέδια στο μυαλό μου. Πάνω από όλα, ήθελα να γίνω γιατρός, να φροντίζω τις Τουρκάλες που εκείνη την εποχή θα προτιμούσαν να πεθάνουν από το να δουν έναν άντρα γιατρό. Ζούσα σε αυτό το όνειρο της υπέροχης χρησιμότητας που θα ήταν δική μου και που επρόκειτο να με σώσει από το μαρτύριο των γυναικών της φυλής μου. Η συνηθισμένη μοίρα για ένα κορίτσι που πρέπει να καθίσει και να περιμένει μέχρι να κανονιστεί ένας γάμος γι’ αυτήν μου φαινόταν το χειρότερο πράγμα που μπορούσε να με βρει».
Στο ίδιο κλίμα και η ομογενειακή εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης «Βοσπορίς», που θεωρεί τη γυναικεία χειραφέτηση ως απειλή, αφού ήδη αποτελεί αιτία όλων των δεινών του τότε κόσμου: «Δεν θα επικαλεσθώμεν ενταύθα τας ακατασίγαστους αποδείξεις της επιστήμης και της στατιστικής, ήτις πλέον ή άπαξ μέχρι τούδε μεγαλοφώνως εκήρυξεν ότι αφ’ ότου η χειραφέτησις εγενικεύθη, η παραφροσύνη, τα εγκλήματα, αι αυτοκτονίαι και η θνησιμότης ηύξησαν καταπληκτικώς, τα δε διαζύγια, χαλαρωθέντος του θεσμού του γάμου, ήρχισαν θεωρούμενα πλέον, αν ουχί αναπόφευκτον, αλλά τουλάχιστον φυσικό και σύνηθες αυτού αποτέλεσμα».

