Σύμφωνα με την πρόταση του εισαγγελέα Πρωτοδικών προς το δικαστικό συμβούλιο, οι κατηγορίες που αποδίδονται —κατά περίπτωση— περιλαμβάνουν απιστία κατ’ εξακολούθηση με ζημία που ξεπερνά τις 120.000 ευρώ, υπεξαίρεση μεγάλης αξίας, ηθική αυτουργία και συνέργεια, καθώς και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Κατά τον εισαγγελικό λειτουργό, οι κατηγορούμενοι φέρονται να εκμεταλλεύτηκαν την αύξηση των εσόδων της Κιβωτού και την έλλειψη ουσιαστικού οικονομικού ελέγχου, προχωρώντας σε παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων και περιουσιακών στοιχείων.
Στην πολυσέλιδη πρόταση περιγράφεται εικόνα πλήρους αποδιοργάνωσης στα οικονομικά της δομής. Όπως αναφέρεται, δεν υπήρχε επίσημη διαδικασία διαχείρισης μετρητών, ενώ δωρεές και χρήματα από διάφορες πηγές, ακόμη και από κηδείες, δεν καταγράφονταν με σαφή και ελεγχόμενο τρόπο.
Παράλληλα, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον εντοπισμό 63 τραπεζικών λογαριασμών εκτός βιβλίων, ενώ βαρύτητα δίνεται και σε κινήσεις που αποδίδονται κυρίως στην πρεσβυτέρα. Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, φέρεται να ενεργούσε υπό την επιρροή και τις παραινέσεις του πατέρα Αντώνιου, ακόμη και σε περιπτώσεις αφαίρεσης μετρητών από τραπεζική θυρίδα λίγο πριν την απομάκρυνσή τους από τη διοίκηση.
Επιπλέον, σημειώνεται ότι μετά τον ορισμό προσωρινής διοίκησης στην Κιβωτό του Κόσμου, τον Νοέμβριο του 2022, η πρεσβυτέρα όφειλε να παραδώσει περιουσιακά στοιχεία της δομής, κάτι που —σύμφωνα με τον εισαγγελέα— δεν έγινε. Αντίθετα, φέρεται να ιδιοποιήθηκε περιουσία συνολικής αξίας περίπου 867.740 ευρώ, η οποία περιλαμβάνει μετρητά, χρυσές λίρες και τιμαλφή.
Ο εισαγγελέας ζητά επίσης να παραμείνει σε ισχύ η απαγόρευση εξόδου από τη χώρα για τους δύο βασικούς κατηγορούμενους.
Την τελική απόφαση για το αν οι κατηγορούμενοι θα καθίσουν τελικά στο εδώλιο θα λάβει το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο αναμένεται να αποφανθεί με βούλευμά του για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης.
Με τη δίκη ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου του ιδρυτή της «Κιβωτού» για σεξουαλικές πράξεις σε βάρος δύο αγοριών σε εξέλιξη, η δικογραφία για τα οικονομικά της «Κιβωτού» εισέρχεται προς κρίση στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με παραπεμπτική εισήγηση του Εισαγγελέα.
Σύμφωνα με την πρόταση του κ. Κωστίμπα, το ζευγάρι των ιδρυτών της «Κιβωτού», ιδιοποιούνταν ποσά προερχόμενα από έσοδα της ΜΚΟ τα οποία μέσω του τρίτου κατηγορούμενου «νομιμοποιούσαν» μέσω του χρηματοπιστωτικού τομέα. «Οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι -αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση- εκμεταλλευόμενοι τη συνεχή αύξηση των εσόδων της Κιβωτού και την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης και οικονομικού ελέγχου, έχοντας τον πλήρη έλεγχο, προέβαιναν κατά τα προεκτεθέντα αφενός σε παράνομη ιδιοποίηση ποσών – εσόδων της ΑΜΚΕ προς ίδιον όφελος και αφετέρου με εξωτερικές διαχειριστικές πράξεις σε βέβαιη ζημία της εταιρικής περιουσίας, χρησιμοποιούσαν δε, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και μέσω του κατηγορούμενου, Μ.Π, για να προσδώσουν νομιμοφάνεια στις πράξεις τους».
Βασισμένη στα στοιχεία του οικονομικού ελέγχου που διενεργήθηκε στα οικονομικά της «Κιβωτού», η πρόταση του εισαγγελέα παραθέτει σειρά αδιαφανών πρακτικών στην οικονομική λειτουργία της Κιβωτού και πλήρους απουσίας ελέγχων με συγκεκριμένες διαδικασίες για τη διαχείριση μετρητών που ελάμβανε η ΜΚΟ. «Καταμετρούνταν αποκλειστικά από την πρεσβυτέρα» τονίζεται στην πρόταση στην οποία γίνεται επίκληση των 63 τραπεζικών λογαριασμών που εντοπίστηκαν, εκτός βιβλίων.
Στην πρόταση γίνεται πλήρης περιγραφή αγοράς και συντήρησης ακινήτου με χρήματα της «Κιβωτού» το οποίο περιήλθε στην κατοχή του ιδρυτή της. Παράλληλα σημειώνονται τα διάφορα ποσά που παρέχονταν στα τέκνα του ζευγαριού χωρίς αιτιολογία και έλεγχο.

