Οι ειδικοί στη σημειολογία της εμφάνισης, από την αρχή, επεσήμαιναν το «κάτι» άλλο που την ξεχώριζε από τις υπόλοιπες μανάδες, όχι μόνο από τον τίτλο της προέδρου των συγγενών των θυμάτων. Υιοθετημένη από την πρώτη στιγμή από την Αριστερά, αλλά και την ψεκασμένη πλευρά του πολιτικού τόξου, άνοιξε πολύ εύκολα τις πόρτες της ντόπιας πολιτικής σκηνής, του Ευρωκοινοβουλίου και των τηλεοπτικών πλατό και μάλιστα στις εκπομπές «γυναικείου περιεχομένου». Ολα τα, πριν, χρόνια, εκπροσωπούσε και τις «άλλες» μανάδες που δεν τις γνωρίζαμε. Εκείνες ήταν χαμένες στον αγώνα. Εκείνον της διαβίωσης, του μεροκάματου, της έλλειψης επικοινωνιακών γνώσεων, πολιτικών προστατών, συμβούλων, ή απλώς από τη μοναξιά της απελπισίας.
Σε παρελθόντα πια χρόνο αυτά, λόγω των εξελίξεων της απότομης για το προηγούμενο «εγώ» πτώσης της από τον θώκο της προέδρου στον βωμό των φιλοδοξιών της. Η δική της πτώση, ταυτόχρονα, έριξε φως, ανοίγοντας αυλαία, στην ύπαρξη και φωνή και «άλλων». Με κορυφαία τη Σταυρούλα Καρύδη, μάνα του μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας του καθαρά αθώου από κάθε αβλεψία παιδιού- 35 ετών- που απλώς πήγαινε, μαζί με τον, επίσης νεκρό 30 ετών- συνοδηγό του στη σωστή ράγα. Οταν όλοι οι άλλοι εμπλεκόμενοι θύτες ήταν στη ράγα της καταστροφής. Κράτος, αρμόδιοι λειτουργοί, εντεταλμένοι, πολιτικοί, πολιτικές. «Ντυμένη» με όλα τα στοιχεία που καθρεφτίζουν την άφατη θλίψη στήθηκε στο μικρόφωνο της τελετής της ανέγερσης μνημείου για τους 57 στον Δήμο της Καισαριανής και σπάζοντας τον διαχρονικό αποκλεισμό της είπε, με τρεμάμενη φωνή:
«Θα μιλήσω για το παιδί μου. Δεν έχω βγει ποτέ στα κανάλια, δεν έχω πει τίποτε για το παιδί μου. Το παιδί μου λοιδορήθηκε όσο τίποτε άλλο. Είναι ο Σπύρος Βούλγαρης, ο μηχανοδηγός της εμπορικής αμαξοστοιχίας. Δεν μίλησα ποτέ. Ακούστηκαν πολλά λόγια μέσα στη Βουλή. Εμείς σαν γονείς στην αρχή ντρεπόμασταν να βγούμε έξω και δυστυχώς πήραμε μαζί μας και την οικογένεια του άλλου παιδιού -του συνοδηγού- που δεν έφταιγε σε τίποτα. Το παιδί μου δούλευε. Τέλειωσε το ΤΕΙ, τέλειωσε το μεταπτυχιακό και μετά έτυχε να μπει στον ΟΣΕ, πράγμα που δεν το ήθελα. Για ποιον λόγο; Γιατί ήταν μέρα νύχτα, δεν θα υπήρχαν γιορτές για αυτόν, μόνον βάρδιες και αυτό το ζήσαμε με τον άνδρα μου που ήταν στην Πολεμική Αεροπορία. Εφευγε πάντα με ένα χαμόγελο και ερχόταν πάντα με ένα χαμόγελο. Πάντα έλεγε «Ολα καλά θα πάνε, μάνα, όλα καλά. Αυτό είχα να σας πω. Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε. Εύχομαι σε όλους να μη νιώσετε τον πόνο που νιώθουμε εμείς γιατί ο πόνος αυτός δεν ξεπερνιέται με τίποτε».
Υπάρχουν, λοιπόν, και άλλες μάνες που «μίκρυνε» η εικόνα τους από την αποκλειστικότητα της μάνας Καρυστιανού για τα ΜΜΕ, όπως και αδελφές, γιαγιάδες, πατεράδες, αδέλφια που όμως δεν κλείστηκαν στα σπίτια τους από ντροπή, αλλά από βαρύ πένθος. Ολοι ανέγγιχτοι. Πλην της μάνας Βούλγαρη ως μάνα του «λαθρέμπορου», που ακόμη και στη μικροσκοπική καμπίνα του συρμού -όταν κατέρρευσε με τα πολλά ο μύθος της μεταφοράς στα βαγόνια- κουβαλούσε παράνομο ξυλόλιο. Καταγγελίες που ξεκίνησαν από ομιλίες αρχηγών εντός Βουλής και στήθηκε το γαϊτανάκι περί της ύποπτης πυρόσφαιρας που για καιρό το περιέφεραν πλιατσικολόγοι «εμπειρογνώμονες» και δημοσιογράφοι. Σκοτώνοντας διπλά με απαξία όχι μόνο τον γιο της και τον συνοδηγό Δημήτρη Μασσαλή, αλλά και τις μανάδες τους. Με την, έστω, καθυστερημένη δικαίωση αποδεικνύεται πως δεν ισχύει, τελικά, πως μάνα είναι μόνο μία.