Από την καθαρτική της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, περάσαμε σε γεγονότα που σκιάζουν το απόλυτο της αλήθειας της. Από την προηγούμενη εβδομάδα, όταν αποκαλύφθηκε πως η «ιέρεια» της κάθαρσης, τουλάχιστον από το σύνολο της αντιπολίτευσης, Παρασκευή Τυχεροπούλου, υψηλόβαθμο στέλεχος του Οργανισμού, στην επίσημη έκθεσή της προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία-έκθεση που της είχε ανατεθεί από την Πόπη Παπανδρέου- διαπίστωνε πως τουλάχιστον για έξι από τους διασυρόμενους, επί μήνες, βουλευτές αποκλείεται κατηγορηματικά η οποιαδήποτε ζημία στα ευρωπαϊκά κονδύλια, ενώ για τις υποθέσεις των υπολοίπων πέντε το πόρισμα σημειώνει πως αν υπήρξε ζημία αυτή δεν μπορεί να αποδειχθεί.
Αυτό που δημιουργεί, ευλόγως, ερωτηματικά είναι το γεγονός πως η έκθεση αυτή είχε παραδοθεί στην Εισαγγελία τρεις ημέρες πριν συζητηθεί στη Βουλή η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής κατά του, τότε, υπουργού, Σπήλιου Λιβανού, και της υφυπουργού, Φωτεινής Αραμπατζή, με αποτέλεσμα ο αρμόδιος για θέματα Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ, Χρήστος Κακλαμάνης, να παραδεχθεί πως εάν η Εισαγγελία είχε στείλει εγκαίρως στη Βουλή την έκθεση αυτή δεν θα είχε ξεκινήσει από το κόμμα του η διαδικασία. Και μόλις την Τρίτη τέθηκαν στο αρχείο από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών οι υποθέσεις Αθανασίου και Χατζηβασιλείου για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ. Αδίκημα, κατά την ελληνική νομολογία, που δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Την ίδια αυτή περίοδο που η γενική παραζάλη από την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ αρχίζει να ισορροπεί από τις πολλές προφυλακίσεις και λήψεις περιοριστικών μέτρων εις βάρος δεκάδων κατηγορουμένων από την ελληνική Δικαιοσύνη, επανέρχεται ο Αλέξης Τσίπρας, επικαλούμενος τη Δικαιοσύνη ως ελατήριο της, εκ νέου, εκτόξευσής του. Με αναφορές στην «περιφρόνηση του κράτους δικαίου, τη χειραγώγηση των θεσμών και της Δικαιοσύνης» από την κυβέρνηση, καταλήγοντας πως «η δημοκρατία εκφυλίζεται χωρίς Δικαιοσύνη και η δημοκρατία πραγματώνεται μόνο με Δικαιοσύνη». Προς επίρρωσιν των λεγομένων του για ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, δύο μέρες μετά, παρουσιάστηκε στον Αρειο Πάγο για την κατάθεση της ιδρυτικής πράξης του νέου κόμματος με πρώτη υπογραφή αυτή της σημαντικής, πρώην, δικαστικής λειτουργού, της Μαρίας Λεπενιώτη. Της προέδρου στην ιστορική δίκη της Χρυσής Αυγής.
Αλλά, για τους πολλούς, το να μιλάς για Δικαιοσύνη και μάλιστα ανεξάρτητη έχοντας δίπλα σου πρώην δικαστικό, υψηλού μάλιστα κύρους, όχι τύπου Βασιλικής Θάνου, αποδεικνύει πως, τουλάχιστον, ανέβηκε επίπεδο. Από αυτό του αναπληρωτή υπουργού του υπουργείου Δικαιοσύνης, καταδικασθέντα από το Ειδικό Δικαστήριο, Δημήτρη Παπαγγελόπουλου, γνωστού και ως Ρασπούτιν. Από τους διωγμούς και τις αθλιότητες της κυβέρνησής του εις βάρος της τότε εισαγγελέως κατά της διαφθοράς, Ελένης Ράικου, αλλά και τη διαπόμπευση, διά του φιλικού στον ΣΥΡΙΖΑ Τύπου ανώτατου δικαστικού λειτουργού για δήθεν σκανδαλώδη συμπεριφορά-το όνομα του οποίου δεν το αναφέρω για λόγους τακτ- επειδή ακύρωσε ως παράνομο νομοθέτημα της κυβέρνησης. Είναι ακόμη πολύ έντονο το σημάδι της κατάφωρης προσβολής της απόφασης του Ειδικού Δικαστηρίου, κρατώντας πεισματικά ως το τέλος τον ομόφωνα (13-0) καταδικασθέντα υπουργό Νίκο Παππά για την αθλιότητα στο στήσιμο των τηλεοπτικών αδειών.
Είναι, επιπροσθέτως, φρέσκες οι μνήμες όχι μόνο για τον φιλοεγκληματικό-επανειλημμένως αποδειχθέντα εκ των γεγονότων- Ποινικό Κώδικά του, που για να ψηφιστεί κρατήθηκε ανοιχτή η Βουλή επί τριήμερον, πριν από τις εκλογές του 2019. Τη σε διατεταγμένη υπηρεσία μερίδα της δικής «του» Δικαιοσύνης, που εξύφανε με εισαγγελικούς και δικαστικούς χειρισμούς την πορεία του σκανδάλου Novartis, με σκοπό την κατάρρευση και τον δημόσιο εξευτελισμό των πολιτικών του αντιπάλων. Σε αντίθεση με την επιμελή προστασία και ατιμωρησία των πραγματικών ενόχων. Γιατρών, εταιριών, φαρμακοποιών, ποιος ξέρει ίσως και κρατικών υπαλλήλων.
Αλλά δεν αρκεί ο εφησυχασμός από την πλευρά της κυβέρνησης, με τα πολλά εφόδια που διαθέτει ως προς την κριτική της στα «περί Δικαιοσύνης» του επανακάμψαντος Αλέξη Τσίπρα. Γιατί οι συχνές διαπιστώσεις, μέσω των δημοσκοπήσεων, για τη βαθιά και αριθμητικά τεράστια δυσπιστία των πολιτών στον θεσμό της Δικαιοσύνης δεν αντιμετωπίζεται με πολιτική αντιπαράθεση χωρίς την ανάλογη επίδειξη σεβασμού και την αυστηρή στεγανοποίηση της ανεξαρτησίας της. Στον βαθμό που και η Δικαιοσύνη πράττει το ίδιο.