Αυτό της αναπάντητης, χρόνια τώρα, απορίας για την ατιμωρησία των δραστών και την αδυναμία της Πολιτείας να εξολοθρεύσει αυτού του είδους τον τρομοκρατικό και αιματηρό ακτιβισμό ανεξέλεγκτων μειονοτήτων. Ζήτησα την άποψη της Εφης Λαμπροπούλου, καθηγήτριας Εγκληματολογίας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, με εξαιρετικό, λόγω της ανάλυσής της, αποτέλεσμα.
«Υπάρχουν δύο περίοδοι τρομοκρατίας στην Ελλάδα: η πρώτη περίοδος έληξε το 2002. Εκλεισε ο κύκλος της παλαιάς τρομοκρατίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε και από τη “17 Νοέμβρη” και παρόμοιες ομάδες, όπου προσπάθησαν ευθέως, με τη βία και την απειλή, να αλλάξουν το κοινωνικό σύστημα. Τουλάχιστον έτσι διατείνονταν. Και πίστευαν ότι είχαν ηθική υποχρέωση να πείσουν την κοινωνία. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι προκηρύξεις της παλαιάς τρομοκρατίας ήταν πολιτικά επεξεργασμένες. Υπήρχαν προκηρύξεις, το μήνυμα ήταν ελληνοκεντρικό και ήταν συστατικό στοιχείο των επιθέσεών τους. Ηταν πολιτικό ιδεολόγημα, σε κάθε περίπτωση, και υπήρχαν και ορισμένοι κανόνες πολέμου, κάτι το οποίο δεν ισχύει στη νέα περίοδο. Η νέα τρομοκρατία είναι όπως οι νέοι πόλεμοι, χωρίς κανόνες και αρχές. Ολες οι μέθοδοι είναι επιτρεπτές για την εξόντωση του “αντιπάλου” και του “εχθρού” και είναι ασύμμετρη, γιατί βασίζεται στον φόβο. Δηλαδή δεν υπάρχει, όπως στο παρελθόν, μία σταθερή ομάδα.
Οι πολιτικές επιδιώξεις της νέας τρομοκρατίας είναι ολοένα και πιο ασαφείς, όσον αφορά στα μέσα και τους στόχους που επιλέγουν, και συχνά είναι και ιδιοτελείς. Δηλαδή, η απελευθέρωση κάποιων κρατούμενων μελών. Τα κείμενά τους είναι ιδεολογικοπολιτικά, αλλά με μία μηδενιστική και συχνά με μία γλώσσα μίσους, απέχθειας απέναντι στην κοινωνία. Αυτό φαίνεται, και δεν ίσχυε στην παλαιά τρομοκρατία. Οι κοινωνικές δικαιολογίες των τρομοκρατικών ενεργειών τους με τις προκηρύξεις είναι περιττές. Δηλαδή, αρκεί και μόνο η πράξη τους, δεν χρειάζεται να τη δικαιολογήσουν. Δεν είναι δηλαδή ο λόγος στοιχείο της πράξης τους. Θεωρούν ότι αρκεί η πράξη καθαυτή. Κι εδώ τίθεται ένα ζήτημα το οποίο το βάλατε από την αρχή: γιατί από το 2002 η ελληνική Πολιτεία δεν έκανε τίποτα για να μην υπάρξουν, να μην εξαπλωθούν; Γιατί κάθισε στις δάφνες της η ελληνική Πολιτεία, μετά τη σύλληψη των μελών της “17 Νοέμβρη”, και δεν έκανε τίποτα για να μην ξανασυμβεί αυτό, δηλαδή στους χώρους των νέων κ.ά. Δεν έκανε τίποτα, πολύ περισσότερο μετά το 2008, που ήταν πόλεμος στο κράτος πια. Δεν υπήρχαν, επομένως, μέτρα πρόληψης και εκπαίδευσης ούτε των γονέων ούτε υποστήριξης των εκπαιδευτικών».
Με την επιστημονική της γνώση αλλά και την εμπειρία της, συμπληρώνει ένα ακόμη κομμάτι στη σκιαγράφηση του θλιβερού φαινομένου που ανέβηκε πια στο επίπεδο της φρίκης από τη δολοφονία και τον τραυματισμό από τις υποθέσεις στη Θεσσαλονίκη. Ολοι αναρωτιόμαστε γιατί να υπάρχει αυτή η κορύφωση στις μέρες μας. Γιατί υπάρχει ανοχή, γιατί έχει ιδεολογική νομιμοποίηση η βία. «Γιατί υπάρχουν πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες που ενισχύουν την αμφισβήτηση του κράτους από ομάδες εναλλασσόμενες και ανανεούμενες διαρκώς. Γι’ αυτό τον λόγο, και η τρομοκρατία δεν προκύπτει από μαζικά κινήματα. Προκύπτει από μικρές ομάδες, σε πλήρη απομόνωση από την κοινωνία, και η εσωτερική δυναμική αυτών των ομάδων ενισχύει την πεποίθηση ότι η βία είναι όχι μόνο θεμιτή, αλλά και ισχυρά επιβεβλημένη.
Το χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι οι σύγχρονες τρομοκρατικές ομάδες συνεργάζονται με τις εγκληματικές ομάδες, κάτι το οποίο δεν ίσχυε στο παρελθόν. Επιπλέον, αντί για τυποποιημένες συνεργασίες, οι τρομοκρατικές ομάδες προσπαθούν να προσελκύσουν νέα μέλη από τη δεξαμενή των εγκληματικών». Μία παράμετρος, άξια συζήτησης, είναι το κατά πόσον η συμβίωση σε χώρους καταλήψεων, π.χ. στα πανεπιστήμια, εκτρέφει το φαινόμενο. «Ισχύει. Οπως και το γεγονός πως ένας μεγάλος αριθμός από αυτά τα παιδιά -μεγάλος αριθμός- είναι από μεσαία και ανώτερα στρώματα, θεωρώντας το καπιταλιστικό κράτος γενικώς καταπιεστικό. Ισχύει ακόμη πως πολλοί από αυτούς θεωρούν πως ξεκινούν μια περιπέτεια. Ναι, μία περιπέτεια η οποία, σταδιακά, ιδεολογικοποιείται». Μια «περιπέτεια» που διαρκεί χρόνια και, αυτή τη φορά, περιμένουμε επιτέλους να τελειώσει, σαν τις ταινίες, όπου όμως κανείς από τους θεατές της δεν θα στεναχωρηθεί από το κακό τέλος των πρωταγωνιστών της.