Το γεγονός ότι οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ σώματος και ψυχής είναι αμφίδρομες σημαίνει ότι διατροφικές ανεπάρκειες και ορμονικές διακυμάνσεις μπορεί να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στον ψυχισμό μας, που με τη σειρά του επηρεάζει τη διάθεση και τη διατροφή μας, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο χρειαζόμαστε βοήθεια για να βγούμε. Γι’ αυτό πρέπει να ακούμε πάντα τους «ήχους» του σώματός μας και να αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες του.
Ασκηση, διατροφή και βιταμίνες. Πώς συνδέονται με την κατάθλιψη
- Αρκετές έρευνες της τελευταίας δεκαετίας δείχνουν ότι η συστηματική συμμετοχή σε προγράμματα άσκησης και οι τακτικές φυσικές δραστηριότητες μειώνουν τα επίπεδα της κατάθλιψης.
- Επίσης, φαίνεται ότι υπάρχει σχέση του είδους της διατροφής που ακολουθούμε με την κατάθλιψη.
- Οι καταθλιπτικοί παρουσιάζουν έλλειψη πολλών ειδών βιταμινών, καθώς συνήθως ακολουθούν διατροφή που είναι υψηλή σε σάκχαρα, σε καφεΐνη και σε γαλακτοκομικά ή που συνοδεύεται από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
- Οσον αφορά στις βιταμίνες που μπορεί να λείπουν από τον οργανισμό των ατόμων που εμφανίζουν κατάθλιψη, φαίνεται ότι όταν αποκατασταθούν στα φυσιολογικά επίπεδα η κατάθλιψη δείχνει να μειώνεται σημαντικά.
- Επίσης, φαίνεται να μπορούν να βελτιώσουν τη διάθεση αρκετά αμινοξέα, αρκετά μέταλλα, καθώς και ορμόνες (βιταμίνη D3, κορτιζόλη, τεστοστερόνη).
Τι συμβαίνει όταν έχουμε έλλειψη Β12;
Η έλλειψη της βιταμίνης Β12 μπορεί να είναι η αιτία
- αναιμίας,
- απογευματινής κούρασης,
- αδυναμίας συγκέντρωσης και προσοχής,
- φτωχής μνήμης,
- παρατεταμένης διάθεσης για κλάμα και ευερεθιστότητας,
- σύγχυσης,
- αισθήματος παλμών,
- διάρροιας,
- αιμωδίας άκρων και
- μιας γενικότερης κακής διάθεσης.
Περισσότερο από το ένα τρίτο των ψυχιατρικών περιστατικών έχει βρεθεί ότι υποφέρουν από ελλείψεις σε φολικό οξύ ή βιταμίνη Β12. Μάλιστα, η έλλειψη της βιταμίνης Β12 αυξάνεται όσο μεγαλώνει ένα άτομο και δεν είναι τυχαίο ότι η κατάθλιψη εκδηλώνεται σε υψηλά ποσοστά σε ηλικιωμένα άτομα.
Οι βιταμίνες στην καταπολέμηση του άγχους και της κατάθλιψης
Ως γνωστόν, τα χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης συνδέονται με την κατάθλιψη. Ακριβώς στο σημείο αυτό μπαίνουν στο παιχνίδι οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, βοηθώντας τον οργανισμό μας να συντηρήσει ένα συγκεκριμένο αμινοξύ (την τρυπτοφάνη) και να το μετατρέψει όσο το δυνατόν περισσότερο σε σεροτονίνη. Το φολικό οξύ και η βιταμίνη Β12 θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές βιταμίνες του συμπλέγματος Β, καθώς σχετική έρευνα έχει δείξει ότι μπορεί να παίξουν σημαντικό ρόλο στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης ή υποτροπής της κλινικής κατάθλιψης.
Πολλές από τις βιταμίνες που ενισχύουν τη σεροτονίνη στον οργανισμό μας, καθώς και τα συμπληρώματα που μπορούν να βελτιώσουν την κλινική εικόνα των ανθρώπων που υποφέρουν από κατάθλιψη, μπορούν επίσης να έχουν θετική επίδραση στα συμπτώματα του άγχους.
Πόση Β12 θα μπορούσε να έχει αντικαταθλιπτική δράση;
- Η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη Β12 σε ενήλικες είναι 2,4 μg, ενώ δεν έχουν τεθεί ανώτατα όρια λόγω του ότι η συγκεκριμένη βιταμίνη δεν θεωρείται ότι έχει επιβλαβή δράση, ακόμα και αν ληφθεί σε μεγάλες ποσότητες.
- Σε ό,τι αφορά τα ηλικιωμένα άτομα, δεδομένου ότι έχουν δυσκολία στην απορρόφηση Β12, συστήνεται η πρόσληψή της μέσω εμπλουτισμένων τροφίμων ή πολυβιταμινών.
Η Β12 φάνηκε να «ενισχύει» τη θεραπεία με αντικαταθλιπτικά
Σε μελέτες που έγιναν σε ασθενείς με κατάθλιψη, οι οποίοι ακολουθούσαν αγωγή με αντικαταθλιπτικά φάρμακα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, καταμετρήθηκαν τα επίπεδα της βιταμίνης B12 στο αίμα τους σε δύο διαφορετικές χρονικές περιόδους, με διαφορά έξι μηνών. Οπως διαπιστώθηκε, εκείνοι που ανταποκρίθηκαν πληρέστερα στη θεραπεία διέθεταν υψηλότερη συγκέντρωση βιταμίνης Β12 στον οργανισμό τους, τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος της περιόδου μελέτης.
Παρ’ όλα αυτά, ο ρόλος των βιταμινών του συμπλέγματος Β στη θεραπεία της κατάθλιψης δεν είναι απολύτως ξεκάθαρος και απαιτείται περισσότερη έρευνα και μελέτη όσον αφορά τον ακριβή συσχετισμό ανάμεσά τους. Τα συμπληρώματα δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσουν τη θεραπεία με αντικαταθλιπτικά ή την ψυχολογική στήριξη του ασθενούς ατόμου. Φαίνεται όμως πως παίζουν έναν θετικό ρόλο σε συνδυαστικές θεραπευτικές προσεγγίσεις.


