Αναλύοντας έναν τεράστιο όγκο δεδομένων από 39.375 ασθενείς που πέρασαν την πόρτα των Επειγόντων, οι Ελληνες επιστήμονες αξιολόγησαν για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα αν και πώς οι αλγόριθμοι μπορούν να σταθούν αντάξιοι των γιατρών σε συνθήκες επείγοντος περιστατικού και πίεσης χρόνου. Η μελέτη, που φιλοξενείται στο έγκριτο περιοδικό «Journal of Clinical Medicine», αποτελεί μια «ακτινογραφία» της επόμενης μέρας με τη χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) στα νοσοκομεία.
Οι ερευνητές έθεσαν υπό δοκιμή τα πιο εξελιγμένα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα (LLMs), συγκρίνοντας τις αποφάσεις των αλγορίθμων πάνω στη διαλογή των ασθενών (αξιολόγηση της βαρύτητας του περιστατικού) με εκείνες του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού, χρησιμοποιώντας το διεθνές σύστημα ESI (Emergency Severity Index). Η ακρίβεια που εντυπωσίασε τους ειδικούς ήταν το 81% που εντοπίστηκε στα περιστατικά της ειδικότητας της Οφθαλμολογίας.
Η μελέτη κατέδειξε ότι η AI δεν είναι μια ενιαία οντότητα με σταθερή απόδοση, αλλά ένας «ειδικός» που αριστεύει σε συγκεκριμένα πεδία. Και συγκεκριμένα:
- Οφθαλμολογικά περιστατικά: Η ακρίβεια εκτινάχθηκε στο εντυπωσιακό 81%, αποδεικνύοντας ότι η σαφήνεια των συμπτωμάτων επιτρέπει στον αλγόριθμο να λειτουργεί σχεδόν αλάνθαστα.
- Παιδιατρική & Γυναικολογία: Καταγράφηκαν εξαιρετικά ενθαρρυντικά ποσοστά, με τα μοντέλα να μετατρέπονται σε πολύτιμους «ψηφιακούς βοηθούς» για τους γιατρούς.
Παρά την εντυπωσιακή απόδοση σε ορισμένους τομείς, οι Ελληνες επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ακόμα έτοιμη να αντικαταστήσει τον άνθρωπο στη διαλογή των Επειγόντων. Κι αυτό γιατί στον αντίποδα η έρευνα ανέδειξε ότι η ανθρώπινη κρίση παραμένει αναντικατάστατη στα παθολογικά και τα πολυτραυματικά περιστατικά, όπου η αλληλεπίδραση πολλαπλών συμπτωμάτων δυσκολεύει τους αλγορίθμους. Κατά την ανάλυση των 39.375 περιπτώσεων, παρατηρήθηκαν φαινόμενα «over-triage» (όπου το σύστημα θεωρεί το περιστατικό πιο σοβαρό από ό,τι είναι) και «under-triage» (όπου υποτιμάται η σοβαρότητα).
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στη δημοσίευση: «Η χρήση μιας τόσο εκτεταμένης κλινικής βάσης δεδομένων από ένα πανεπιστημιακό νοσοκομείο αιχμής, επιτρέπει μια πολύ πιο στιβαρή και γενικευμένη αξιολόγηση των δυνατοτήτων της Τεχνητής Νοημοσύνης, ξεπερνώντας τους περιορισμούς που είχαν μικρότερες έρευνες στο παρελθόν. Τα LLMs μπορούν να αποτελέσουν ένα εξαιρετικό εργαλείο υποστήριξης των γιατρών, προσφέροντας μια “δεύτερη γνώμη” σε δευτερόλεπτα, αλλά η τελική απόφαση πρέπει να παραμείνει στα χέρια των ειδικών».
ΤΗ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝ, ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΙ
3 στους 10 ρωτούν το ΑΙ για θέματα υγείας
Την στιγμή που η επιστήμη καλπάζει, η νέα μεγάλη δημοσκοπική έρευνα της διαΝΕΟσις χαρτογραφεί τη στάση της ελληνικής κοινωνίας. Η μελέτη, η οποία διεξήχθη από τη Metron Analysis σε δείγμα 1.111 ατόμων, αποκαλύπτει ότι οι Eλληνες βλέπουν την AI ως ένα εργαλείο που θα ευνοήσει την υγεία, αλλά ταυτόχρονα ζητούν επιτακτικά (9 στους 10) τη θέσπιση αυστηρών περιορισμών.
Παρά τις επιφυλάξεις, η εξοικείωση είναι πλέον γεγονός. Το 65% των πολιτών έχει χρησιμοποιήσει AI, με την Yγεία να αποτελεί έναν από τους βασικούς τομείς εφαρμογής στην καθημερινότητα. Η στάση των Ελλήνων απέναντι στην τεχνολογική βοήθεια για ιατρικά θέματα χαρακτηρίζεται από μια εμπιστοσύνη, αλλά και επιφύλαξη.
Ενώ 7 στους 10 δηλώνουν γενική εμπιστοσύνη, μόλις 3 στους 10 θα εμπιστεύονταν την AI για μια κρίσιμη ιατρική διάγνωση, προτιμώντας την για απλούστερα θέματα, όπως οι διατροφικές συμβουλές. Επίσης, το 86,7% των χρηστών προχωρά σε περαιτέρω επιβεβαίωση των απαντήσεων που λαμβάνει, δείχνοντας ότι ο Eλληνας χρήστης παραμένει ενεργός, αλλά και επιφυλακτικός.
Ο κοινωνιολόγος και ερευνητής Ηρακλής Βογιατζής, αναλύοντας τα αποτελέσματα, υπογραμμίζει το παράδοξο της αποδοχής της AI στην εργασία και την Yγεία, αλλά της απόρριψής της στο πεδίο των συναισθημάτων:
«Την αισιοδοξία γύρω από τα ζητήματα συνεργασίας και ενίσχυσης της ανθρώπινης δράσης διαδέχεται η απαισιοδοξία στα ζητήματα συναισθηματικών σχέσεων και συμπεριφοράς. Η επίδραση της Τ.Ν. στην ανθρώπινη ψυχική ισορροπία αξιολογείται αρνητικά από το 59,5% των ερωτηθέντων. Ακόμα πιο δυσμενείς είναι οι προσδοκίες γύρω από την επίδραση στην κριτική σκέψη (63,3% αρνητική γνώμη) και τη σύνδεση με τους άλλους ανθρώπους (78,5%). Η εμπιστοσύνη παρουσιάζει διακυμάνσεις ανάλογα με το πόσο υψηλό θα είναι το κόστος σε περίπτωση λάθους».

