Μία εξαιρετική τηλεοπτική σεζόν φτάνει στο τέλος της. Τι γεύση σού αφήνει;
Είμαι πολύ γεμάτη από τη σεζόν που πέρασε. Παρά την κούραση, αισθάνομαι ευγνωμοσύνη αλλά και περηφάνια.
Περίμενες τη μεγάλη επιτυχία του «Μπαμπά, σ’ αγαπώ!»;
Οταν είμαι στον πυρετό της δουλειάς, είμαι πολύ συγκεντρωμένη στο αντικείμενό μου. Δεν είναι ότι δεν με ενδιαφέρει αν θα έχει ανταπόκριση η δουλειά, αλλά κάπως δεν θέλω να το σκέφτομαι. Ισως να είναι και μηχανισμός άμυνας για να μη ματαιωθώ αν δεν πάει καλά. Αλλά η αλήθεια είναι ότι πρωτίστως με ενδιαφέρει να αρέσει σε μένα και να είμαι εντάξει με τον εαυτό μου πως έχω δώσει το καλύτερο δυνατό. Η επιτυχία, με την έννοια της αποδοχής του κόσμου, είναι κάτι πολυπαραγοντικό και ενέχει και κάποιες αστάθμητες παραμέτρους, που δεν μπορούμε να προβλέψουμε. Οταν είδα ολοκληρωμένο το πρώτο επεισόδιο, ήμουν σίγουρη ότι παραδίδουμε στον κόσμο ένα πολύ καλό προϊόν για το οποίο νιώθουμε όλοι περήφανοι. Αυτό για μένα είναι επίσης επιτυχία.
Ποια στοιχεία νιώθεις ότι έκαναν αυτή τη δουλειά τόσο αγαπητή;
Το ότι βλέπουμε την ιστορία μέσα από τα αθώα μάτια των παιδιών και στρέφεται επιτέλους το βλέμμα στους μπαμπάδες. Οτι βλέπουμε τις αγωνίες τους και την προσπάθεια τους να τα καταφέρουν, να είναι «εκεί». Η αισθητική και η τρυφερότητα της σκηνοθεσίας, που συνομιλεί τόσο ωραία με την ειλικρίνεια, την απλότητα και το χιούμορ του σεναρίου. Τα μηνύματα που περνάει χωρίς διδακτισμό, αλλά και ότι σπάει στερεότυπα χωρίς να προσβάλλει. Η ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό. Νομίζω ότι ο κόσμος βλέπει κάτι πολύ οικείο και αληθινό. Χαρακτήρες και συμπεριφορές που μπορεί να ταυτιστεί, να συναντήσει τον εαυτό του. Είναι σειρά τρυφερή και μάλλον ο κόσμος έχει ανάγκη από τρυφερότητα.
Εχετε πάρει το πράσινο φως για του χρόνου… Νιώθεις ικανοποίηση και χαρά;
Φυσικά. Αφενός γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ η δουλειά μας, αφετέρου γιατί θα συνεχίσω σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον όπου ο σεβασμός και η εκτίμηση μεταξύ μας αλλά και η αγάπη για τη δουλειά είναι κοινός τόπος.
Θα μας δώσεις ένα spoiler για τη Βιργινία;
Η Βιργινία θα περάσει πολύ μεγάλη κρίση που στο τέλος θα τη φέρει πιο κοντά στον εαυτό της και στους ανθρώπους της. Θα αλλάξει.
Πώς προσέγγισες την εν λόγω ηρωίδα;
Στην αρχή με τρόμαζε. Ημουν διστακτική και επιφυλακτική μαζί της. Καθώς γνωριζόμασταν, ήρθαμε πιο κοντά και τώρα πλέον την απολαμβάνω. Χαίρομαι την ευθύτητά της και τη γενναιοδωρία της, την ευαισθησία και τον σαρωτικό δυναμισμό της.
Ευσταθία Τσαπαρέλη: Η σχέση με τον γιο της
Ο γιος σου βλέπει τη σειρά; Τι σου λέει;
Τη βλέπει. Η αλήθεια είναι ότι του αρέσει πολύ. Ισως είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε μαζί δουλειά μου.
Ως μητέρα ενός έφηβου αγοριού ποια είναι η σχέση σας πλέον;
Η σχέση μας είναι κατά βάση καλή. Εχει βέβαια τις εντάσεις της εφηβείας, αλλά το παλεύουμε και οι δύο. Προσπαθώ να στέκομαι δίπλα του όσο πιο ψύχραιμα και ουσιαστικά μπορώ σε αυτό το δύσκολο και συνάμα συναρπαστικό ταξίδι προς την ενηλικίωση. Μέσα από τη σχέση μου με τον γιο μου μπορώ να δω πράγματα για τον εαυτό μου, να αναστοχαστώ τη δική μου εφηβεία, να επανεξετάσω πεποιθήσεις και βεβαιότητες.
Πώς συνδύασες όλα αυτά τα χρόνια τη μητρότητα, τα απαιτητικά ωράρια της δουλειάς και την καριέρα;
Με πολλή οργάνωση και ακόμη περισσότερο αυτοσχεδιασμό. Ευτυχώς ο Αλέξανδρος [σ.σ.: Λογοθέτης] ήταν και είναι πάντα εκεί για να βάζει πλάτη.
Το κομμάτι της αναγνωρισιμότητας και των συνεντεύξεων πώς το διαχειρίστηκες;
Ως μέρος της δουλειάς. Σίγουρα, τώρα με τη σειρά, είναι αρκετά πιο έντονη η συχνότητα που θα μου μιλήσουν στον δρόμο, αλλά ως επί το πλείστον οι άνθρωποι που θα μου μιλήσουν το κάνουν με σεβασμό, ευγένεια και διακριτικότητα. Ετσι το εκτιμώ κι εγώ αυτό που συμβαίνει και το χαίρομαι.
Τι δεν γνωρίζουμε για την Ευσταθία πίσω από τις κάμερες;
Οτι μαγειρεύω φανταστικά γιουβαρλάκια (γέλια).
Θεατρικά ετοιμάζεις κάτι;
Θεατρικά θα έχω τη χαρά να είμαι για δεύτερη χρονιά στο θέατρο Αλφα, στην παράσταση «Τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού» του Μαρκ Μέντοφ, σε σκηνοθεσία και διασκευή Δημοσθένη Παπαδόπουλου. Το έργο μέσα από τη σχέση μιας κωφής γυναίκας και ενός λογοθεραπευτή δασκάλου, που τον υποδύεται ο Πάρις Θωμόπουλος, αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστική επικοινωνία και σύνδεση και μας καλεί να επανεξετάσουμε την έννοια της αγάπης, υπερβαίνοντας τα προσωπικά όρια, τις πεποιθήσεις μας και τις ασφάλειές μας. Ολοι οι ηθοποιοί διδαχτήκαμε τη νοηματική γλώσσα από την Αρτεμισία Παντελάκη και την Αννα Λιάκου και η παράσταση είναι 100% προσβάσιμη και για κωφά άτομα. Είμαι βαθιά περήφανη, καθώς ίσως για πρώτη φορά, αισθάνομαι πως το θέατρο εκπληρώνει τον πιο πυρηνικό του ρόλο, να ενώνει διαφορετικούς κόσμους.
*Από την έντυπη έκδοση ΤΥΠΟΣ TV
