Σχετικά με τα ελληνοτουρκικά ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθάρισε πως η ατζέντα των συζητήσεων με την Τουρκία δεν εμπλουτίζεται πέρα από τη μία και μοναδική διαφορά, δηλαδή τον καθορισμό ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας.
Όπως είπε, τα τελευταία χρόνια έχει καταβληθεί προσπάθεια για τη μείωση των εντάσεων, με στόχο τη διαμόρφωση μιας λειτουργικής σχέσης σε επιμέρους ζητήματα, ακόμη κι αν το βασικό πρόβλημα παραμένει άλυτο επί δεκαετίες. Δηλώνει ότι θα μεταβεί στην Άγκυρα «με σαφείς θέσεις για τη διαφορά μας», επιδιώκοντας να χτίσει πάνω στην πρόοδο που έχει καταγραφεί.
Παράλληλα, εκτιμά ότι δεν διακρίνει «σημαντικό κίνδυνο κλιμάκωσης» με την Τουρκία, σημειώνοντας ότι η κατάσταση είναι σαφώς πιο διαχειρίσιμη σε σύγκριση με πέντε χρόνια πριν. «Είμαστε και οι δύο έμπειροι ηγέτες», ανέφερε, προσθέτοντας ότι υπάρχουν ήδη αρκετές προκλήσεις στην περιοχή και δεν χρειάζεται να προστεθούν νέες. Τόνισε, ωστόσο, ότι βασικός του στόχος παραμένει η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας, επισημαίνοντας ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι σήμερα ισχυρότερες σε σχέση με έξι χρόνια πριν.
Συνεχίζοντας, σημείωσε πως «η γεωγραφία δεν αλλάζει», σημειώνοντας πως η Ελλάδα δίνει την δυνατότητα στους Τούρκους να επισκέπτονται τα νησιά του ανατολική Αιγαίου, ενισχύοντας έτσι τον τουρισμό.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στη σχέση Ευρώπης – Αμερικής λέγοντας πως «από την πλευρά μας στην Ευρώπη συνεχίζουμε να εργαζόμαστε εποικοδομητικά με τις ΗΠΑ. Είναι προς το συμφέρον των ΗΠΑ να έχει μια ισχυρή οικονομική και αμυντική σχέση με την Ευρώπη. Μια win-win σχέση».
Αναφερόμενος στα ενεργειακά ο κ. Μητσοτάκης είπε: «Η Ελλάδα είναι μία χώρα που ηγείται στην προσπάθεια να μειώσουμε τις εκπομπές αερίων ρύπων. Οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν περίπου τη μισή μας ηλεκτρική ενέργεια. Έχουμε γίνει εξαγωγός ηλεκτρισμό, αλλά οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν αρκούν από μόνες τους, τουλάχιστον τώρα. Θέλουμε να γίνουμε αρχιτέκτονες στη νέα δομή ενέργειας της Ευρώπης. Αυτό που λέω είναι ότι η ενέργεια γίνεται πλέον στρατηγικό πολιτικό εργαλείο. Και σε αυτό το πλαίσιο θέλουμε να ενισχύσουμε και της ευρωατλαντικές μας σχέσεις». Όπως είπε, σύντομα ξεκινούν οι εξορύξεις, «η Chevron και η Exxon είναι παρούσες».
Μιλώντας για το μεταναστευτικό ο κ. Μητσοτάκης τόνισε πως η Ελλάδα ακολουθεί μία σκληρή αλλά δίκαιη πολιτική αφού, εάν κάποιος μπει παράνομα στην χώρα και δεν δικαιούται άσυλο, θα πρέπει να επιστρέψει πίσω. Όπως είπε ο πρωθυπουργός, ταυτόχρονα είμαστε γενναιόδωροι με όσους λαμβάνουν άσυλο, ενώ σημείωσε ότι η χώρα είναι ανοικτή στη νόμιμη μετανάστευση. Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα αναφέρθηκε στις διακρατικές συμφωνίες για εργατικό δυναμικό. «Όταν τα είπα αυτά το 2020 υπήρξαν αντιδράσεις, πλέον η ΕΕ είναι σε αυτή την κατεύθυνση» είπε ο κ. Μητσοτάκης.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε και στο πρόσφατο τραγικό περιστατικό στη Χίο, όπου έχασαν τη ζωή τους 15 άνθρωποι. Όπως σημείωσε, «το λιμενικό έσωσε 25 ανθρώπους», τονίζοντας ότι «αυτές οι βάρκες δεν θα έπρεπε ποτέ να φεύγουν από τις ακτές της Τουρκίας» και ότι υπάρχει συνεργασία με τις τουρκικές αρχές για να αποτραπούν νέες απώλειες ζωών. Αναφερόμενος στις συνθήκες του περιστατικού, δήλωσε: «Χρειαζόμαστε μία πλήρη διερεύνηση», προσθέτοντας ότι η αρχική πληροφόρηση κάνει λόγο για εμβολισμό σκάφους του Λιμενικού από μικρότερο σκάφος, χωρίς ακόμη να είναι γνωστά τα ακριβή αίτια.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι αναμένει τα πορίσματα της έρευνας από τις αρμόδιες αρχές και επαναλαμβάνει ότι το Λιμενικό Σώμα έχει διττό ρόλο. «Το λιμενικό δεν είναι επιτροπή υποδοχής, η δουλειά μας είναι να προστατεύουμε τα σύνορα αλλά η δουλειά μας είναι και να σώσουμε ανθρώπους», σημείωσε, προσθέτοντας ότι δεσμεύεται για πλήρη διαφάνεια σε περίπτωση ύπαρξης οπτικού υλικού από το συμβάν.
Αναφερόμενος στον διεθνή ρόλο της χώρας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι «η Ελλάδα είναι σταθερός θιασώτης του διεθνούς δικαίου» και σημείωσε πως, ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, προτάσσει διαχρονικά την αρχή ότι οι περιφερειακές διαφορές μπορούν να επιλυθούν στη βάση των διεθνών κανόνων. Την ίδια στιγμή, ξεκαθάρισε ότι η Αθήνα δεν αγνοεί τις αλλαγές στο διεθνές περιβάλλον. «Δεν είμαστε αφελείς, καταλαβαίνουμε ότι σε αυτούς τους ταραγμένους καιρούς είναι σημαντικό να χτίζουμε τις δικές μας αμυντικές ικανότητες», επισημαίνει, προσθέτοντας ότι οι διεθνείς σχέσεις έχουν γίνει πιο «συναλλακτικές» και απαιτούν ενίσχυση τόσο της οικονομικής και αμυντικής ισχύος όσο και της ήπιας ισχύος της χώρας.
Σε ό,τι αφορά τις ευρωατλαντικές σχέσεις, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι δεν τις έχει εγκαταλείψει, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι οι δεσμοί που διαμόρφωσαν τη δυτική παγκόσμια τάξη «έχουν εξασθενήσει, αλλά είναι ακόμα εκεί». Όπως λέει, «θα ήταν αφελές να πούμε ότι αυτή τη στιγμή η Ευρώπη μπορεί να αμυνθεί για τον εαυτό της από μόνη της», υπογραμμίζοντας παράλληλα την «προνομιακή αμυντική συνεργασία» της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στο πλαίσιο της διμερούς αμυντικής συμφωνίας. Δήλωσε ωστόσο, ότι μίλησε «ως περήφανος Ευρωπαίος» και ότι θα συνεχίσει να εργάζεται για την υπέρβαση των ρηγμάτων στις ευρωατλαντικές σχέσεις.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και τη χρηματοδότηση της άμυνας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε ότι, παρά τις δημοσιονομικές προκλήσεις, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν τα ελλείμματά τους, ενώ για την Ευρώπη η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας είναι κρίσιμη όχι μόνο για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, αλλά και για τη χρηματοδότηση των αυξημένων αμυντικών δαπανών. Υπενθύμισε δε ότι σε μία εβδομάδα θα πραγματοποιηθεί κρίσιμο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με την ανταγωνιστικότητα να βρίσκεται στο επίκεντρο της ατζέντας.
Ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η Ελλάδα ήδη «ξοδεύει 3% του ΑΕΠ για την άμυνα», ενώ ταυτόχρονα παράγει πρωτογενή πλεονάσματα και μειώνει φόρους, γεγονός που, όπως τόνισε, οφείλεται στην ισχυρή ανάπτυξη της οικονομίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπενθύμισε ότι μετά την πανδημία διαμορφώθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο μια «μεγάλη δεξαμενή χρημάτων» για τη διαχείριση της κρίσης, την οποία χαρακτηρίζει επιτυχημένη, και θέτει εκ νέου στο τραπέζι την ανάγκη για έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό κοινής χρηματοδότησης της άμυνας. «Θα μπορούσαμε να δανειστούμε από κοινού», σημείωσε, αναγνωρίζοντας ότι η Ευρώπη δεν βρίσκεται ακόμη σε αυτό το σημείο, αλλά υπογραμμίζοντας τη σημασία της συζήτησης.

