Σύμφωνα με τις καταγγελίες, που δημοσιεύει η Τelegraph, οι πέστροφες συγκεντρώνονται γύρω από τα κλουβιά εκτροφής και τρέφονται με τροφή που δεν καταναλώνουν οι σολομοί, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται σε ασυνήθιστα μεγάλο μέγεθος.
Οι καταγγελίες των περιβαλλοντικών οργανώσεων
Οι ακτιβιστές στρέφουν τα βέλη τους κατά της καναδικής εταιρείας Cooke Aquaculture, υποστηρίζοντας ότι από τις μονάδες εκτροφής διαφεύγουν τροφές, φάρμακα και άλλες ουσίες, οι οποίες καταλήγουν στο φυσικό περιβάλλον.
Όπως αναφέρουν, μία φυσιολογική άγρια πέστροφα στις σκωτσέζικες λίμνες ζυγίζει περίπου 450 γραμμάρια, ενώ όσες ζουν κοντά στις μονάδες εκτροφής μπορεί να φτάσουν ακόμη και τα 9 κιλά. Εκτιμούν επίσης ότι η ανάπτυξη τόσο μεγάλων ψαριών μεταβάλλει την ισορροπία του οικοσυστήματος, καθώς γίνονται ισχυρότεροι θηρευτές μικρότερων ειδών. Ο ιδρυτής του Green Britain Foundation, Ντέιλ Βινς, δήλωσε: «Δεν μπορείς να εγκαταστήσεις μια βιομηχανική μονάδα εκτροφής μέσα σε μια φυσική λίμνη και να προσποιείσαι ότι ελέγχεις πού καταλήγουν οι τροφές, τα χημικά, τα περιττώματα και τα φάρμακα. Δεν έχεις αυτόν τον έλεγχο. Όλα καταλήγουν στο νερό και το νερό μεταφέρει τα πάντα όπου το οδηγήσει η φύση. Αυτά τα τεράστια ψάρια, άγριες πέστροφες που έχουν μεγαλώσει σε μέγεθος που η φύση ποτέ δεν προόριζε είναι άμεσο αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής».
Τι είναι το φαινόμενο «cage-grazing»
Το φαινόμενο, γνωστό ως «cage-grazing», περιγράφει τη συμπεριφορά άγριων πεστροφών που συγκεντρώνονται κάτω από τα κλουβιά εκτροφής σολομού και καταναλώνουν την τροφή που καταλήγει στο νερό. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις εκφράζουν ανησυχία ότι η πλούσια σε ενέργεια τροφή επιτρέπει στα ψάρια να αποκτούν πολύ μεγαλύτερο μέγεθος από το φυσιολογικό, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τη φυσική κατανομή τους και τον ρόλο τους στο οικοσύστημα. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι σε ορισμένες μονάδες χρησιμοποιούνται φάρμακα για την αντιμετώπιση ασθενειών, τα οποία ενδέχεται να καταναλώνονται και από άγρια ψάρια μέσω της τροφής.
Η απάντηση της εταιρείας και της κυβέρνησης
Η Cooke Aquaculture, που δραστηριοποιείται σε 16 χώρες και διατηρεί μονάδες εκτροφής στα νησιά Σέτλαντ, απορρίπτει τις καταγγελίες. Όπως αναφέρει, στη μονάδα της Loch of Cliff δεν χρησιμοποιούνται αντιβιοτικά εδώ και πολλά χρόνια, ενώ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν πως οι μεγαλύτερες πέστροφες αποτελούν ένδειξη περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Από την πλευρά της, η κυβέρνηση της Σκωτίας επισημαίνει ότι πράγματι ορισμένες άγριες πέστροφες μεγαλώνουν περισσότερο επειδή καταναλώνουν τροφή που δεν έφαγαν οι σολομοί, ωστόσο σημειώνει πως μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι το φαινόμενο επηρεάζει τη βιωσιμότητα των συνολικών πληθυσμών της καφέ πέστροφας. Το θέμα παραμένει αντικείμενο συζήτησης μεταξύ περιβαλλοντικών οργανώσεων, επιστημόνων και της βιομηχανίας υδατοκαλλιεργειών, με επίκεντρο τις πιθανές επιπτώσεις των μονάδων εκτροφής στα φυσικά οικοσυστήματα.

