Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η χρονολογική ηλικία δεν αποτυπώνει πάντα την πραγματική κατάσταση του οργανισμού. Η λεγόμενη βιολογική ηλικία αποτελεί έναν δείκτη που αντανακλά τη λειτουργική κατάσταση του σώματος και μπορεί να διαφέρει σημαντικά από την ηλικία που αναγράφεται στην ταυτότητα ενός ανθρώπου.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Ινστιτούτου Επιστήμης του Τόκιο στην Ιαπωνία και αποτελεί, όπως αναφέρουν οι ίδιοι, την πρώτη διαχρονική έρευνα που εξετάζει τη σχέση μεταξύ πολιτιστικής συμμετοχής και βιολογικής ηλικίας, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα.
Οι επιστήμονες ανέλυσαν δεδομένα από 1.899 ενήλικες που συμμετείχαν στην «English Longitudinal Study of Ageing», μια μεγάλη πληθυσμιακή έρευνα που παρακολουθεί άτομα ηλικίας 50 ετών και άνω στην Αγγλία. Για τον υπολογισμό της βιολογικής ηλικίας αξιολογήθηκαν δέκα φυσιολογικοί δείκτες, μεταξύ των οποίων η αρτηριακή πίεση, η αναπνευστική λειτουργία, τα επίπεδα χοληστερόλης, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, ο δείκτης μάζας σώματος, η δύναμη λαβής και η ταχύτητα βάδισης.
Παράλληλα, οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με τη συχνότητα συμμετοχής τους σε πολιτιστικές δραστηριότητες, όπως επισκέψεις σε κινηματογράφους, μουσεία, γκαλερί τέχνης, θέατρα, συναυλίες και παραστάσεις όπερας. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα που συμμετείχαν συχνά σε πολιτιστικές δραστηριότητες, τουλάχιστον μία φορά κάθε λίγους μήνες, εμφάνιζαν κατά μέσο όρο βιολογική ηλικία περίπου τρία χρόνια μικρότερη σε σύγκριση με όσους συμμετείχαν σπάνια ή ποτέ.
Ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση παραγόντων όπως το εισόδημα, η επαγγελματική κατάσταση και η παρουσία χρόνιων παθήσεων, η σχέση παρέμενε εμφανής: κάθε αύξηση κατά μία μονάδα στον δείκτη πολιτιστικής συμμετοχής συνδεόταν με μείωση της βιολογικής ηλικίας κατά περίπου 31 ημέρες.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η επίδραση αυτή μπορεί να εξηγείται από πολλούς μηχανισμούς. Η συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες ενδέχεται να ενισχύει τις κοινωνικές σχέσεις, να βελτιώνει την ψυχική υγεία, να μειώνει το στρες και να ενθαρρύνει πιο υγιεινές συμπεριφορές.
Ωστόσο, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μελέτη είναι παρατηρησιακή και δεν μπορεί να αποδείξει ότι ο πολιτισμός προκαλεί άμεσα πιο αργή γήρανση. Δεν αποκλείεται, όπως σημειώνουν, οι άνθρωποι με καλύτερη υγεία να έχουν περισσότερες δυνατότητες να συμμετέχουν σε πολιτιστικές δραστηριότητες.
Παρά τους περιορισμούς, οι επιστήμονες θεωρούν ότι η πολιτιστική συμμετοχή αποτελεί έναν παράγοντα που μπορεί να τροποποιηθεί και να αξιοποιηθεί στο πλαίσιο της προώθησης της υγιούς γήρανσης. Μάλιστα, αναφέρουν ότι το όφελος που παρατηρήθηκε είναι συγκρίσιμο με εκείνο που έχει συνδεθεί με τη συστηματική σωματική άσκηση. Η βελτίωση της πρόσβασης σε πολιτιστικές δράσεις, τόσο οικονομικά όσο και γεωγραφικά, θα μπορούσε να συμβάλει ώστε περισσότεροι άνθρωποι να επωφεληθούν από τη θετική επίδραση της τέχνης στην υγεία και την ευεξία.

