Η νέα συνεργασία αφορά την ανάδειξη και αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Υπουργείου Πολιτισμού, καθώς και τη συστηματική γεωχωρική αποτύπωση των ζωνών προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ολόκληρη τη χώρα.
Σήμερα, για το 99% της ελληνικής επικράτειας έχουν ήδη αναρτηθεί κτηματολογικά στοιχεία και έχει αποδοθεί Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ). Η συγκεκριμένη γεωχωρική υποδομή επιτρέπει στο Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο να αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια αρχαιολογικούς χώρους, ακίνητα μνημεία, ιστορικούς τόπους, ζώνες προστασίας και την ακίνητη περιουσία του Υπουργείου Πολιτισμού.
Η συνεργασία αναπτύσσεται σε τρεις βασικούς άξονες.
Ο πρώτος αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη του Αρχαιολογικού Κτηματολογίου μέσω της αξιοποίησης κτηματολογικών διαγραμμάτων, ορθοφωτοχαρτών και των ΚΑΕΚ. Με αυτόν τον τρόπο, η αρχαιολογική, διοικητική και γεωχωρική πληροφορία θα εντάσσεται σε ένα ενιαίο σύστημα αναφοράς, περιορίζοντας τις ασυμβατότητες μεταξύ διαφορετικών βάσεων δεδομένων και ενισχύοντας τη διαλειτουργικότητα των πληροφοριακών συστημάτων της Δημόσιας Διοίκησης. Παράλληλα, πολίτες, επαγγελματίες και δημόσιες υπηρεσίες θα έχουν σαφέστερη και πιο αξιόπιστη εικόνα για τα δεδομένα που αφορούν κάθε ακίνητο.
Ο δεύτερος άξονας επικεντρώνεται στην πληρέστερη καταγραφή της ακίνητης περιουσίας του Υπουργείου Πολιτισμού. Η σύνδεση των ακινήτων με τα στοιχεία του Εθνικού Κτηματολογίου και τους αντίστοιχους ΚΑΕΚ ενισχύει την προστασία της δημόσιας περιουσίας από καταπατήσεις, διευκολύνει τη διαχείρισή της και δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για την ανάδειξη και προστασία αρχαιολογικών χώρων και μνημείων.
Ο τρίτος άξονας αφορά τη γεωχωρική αποτύπωση των θεσμοθετημένων ορίων αρχαιολογικών χώρων, ιστορικών τόπων, περιβαλλόντων χώρων μνημείων και Ζωνών Προστασίας Α’ και Β’. Η ενιαία αυτή αποτύπωση θα προσφέρει σαφή εικόνα για τη θέση κάθε ακινήτου σε σχέση με τις προστατευόμενες περιοχές και τους περιορισμούς που προβλέπει η αρχαιολογική νομοθεσία, συμβάλλοντας παράλληλα στην απλούστευση διαδικασιών, όπως οι μεταβιβάσεις ακινήτων και η έκδοση οικοδομικών αδειών.
Για την υλοποίηση του σχεδίου θα συγκροτηθούν κοινές τεχνικές ομάδες εργασίας, οι οποίες θα αναλάβουν την εναρμόνιση των δεδομένων, τον καθορισμό κοινών τεχνικών προδιαγραφών και την περαιτέρω ανάπτυξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των δύο συστημάτων. Παράλληλα, προβλέπεται η δημιουργία νέων ψηφιακών υπηρεσιών και δράσεων ενημέρωσης, ώστε το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο να γίνει πιο εύχρηστο και προσβάσιμο, σε διασύνδεση με τον Ψηφιακό Χάρτη Κτηματογράφησης του Ελληνικού Κτηματολογίου.
Η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, τόνισε ότι η προστασία και η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς απαιτούν σύγχρονα εργαλεία, αξιόπιστα δεδομένα και στενή συνεργασία μεταξύ των δημόσιων φορέων. Όπως ανέφερε, η διεύρυνση της συνεργασίας ενισχύει σημαντικά το Αρχαιολογικό Κτηματολόγιο, θωρακίζει την ακίνητη περιουσία του Υπουργείου Πολιτισμού, διευκολύνει τις διοικητικές διαδικασίες και προσφέρει πληρέστερη ενημέρωση σε πολίτες, επαγγελματίες και δημόσιες υπηρεσίες, αξιοποιώντας τις δυνατότητες του ψηφιακού μετασχηματισμού.
Από την πλευρά του, ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης, Χρήστος Δερμεντζόπουλος, επισήμανε ότι το Εθνικό Κτηματολόγιο εξελίσσεται πλέον σε ενιαία γεωχωρική υποδομή πάνω στην οποία το Δημόσιο μπορεί να αναπτύσσει σύγχρονες και διαλειτουργικές ψηφιακές υπηρεσίες. Υπογράμμισε ακόμη ότι η αξιοποίηση των γεωχωρικών δεδομένων συμβάλλει στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στη θωράκιση της δημόσιας περιουσίας, στη μείωση της γραφειοκρατίας και στην ενίσχυση της διαφάνειας στις διαδικασίες που αφορούν τα ακίνητα.
Η γενική διευθύντρια του Ελληνικού Κτηματολογίου, Ολυμπία Μαρκέλλου, σημείωσε ότι, με την κτηματογράφηση να βρίσκεται στην τελική ευθεία, το Ελληνικό Κτηματολόγιο μετατρέπεται σε κοινή υποδομή δεδομένων για τη Δημόσια Διοίκηση. Όπως ανέφερε, η συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η ενιαία γεωχωρική βάση του Κτηματολογίου μπορεί να υποστηρίξει θεματικά μητρώα, να περιορίσει ασυμβατότητες και να διευκολύνει πολίτες, επαγγελματίες και δημόσιες υπηρεσίες, προσφέροντας πιο ενιαία, σαφή και επικαιροποιημένη πληροφορία.

