Ο σπουδαίος Γιώργος Κωνσταντίνου, που άφησε εποχή με τη Μάρω Κοντού μέσα από την ταινία «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα», την αποχαιρέτησε με ένα συγκινητικό μήνυμα.
Δημοσιεύοντας μια κοινή τους φωτογραφία, έγραψε στο Facebook: «Αντίο Ελενίτσα μου… Άλλα είχαμε συμφωνήσει. Μεγάλη παράκληση. Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω σε όλα αυτά τα τηλεφωνήματα. Καταλαβαίνω απόλυτα τη δουλειά σας αλλά παρακαλώ να καταλάβετε κι εμένα. Έφυγε μια σπουδαία φίλη. Μια σπουδαία κυρία. Όλα τα άλλα δεν έχουν κανένα νόημα. Ούτε οι βαρύγδουπες δηλώσεις ούτε τίποτα. Η Μάρω ήταν και θα είναι ένα αγαπημένο πρόσωπο».
Μάρω Κοντού: Η θρυλική ταινία Η γυνή να φοβήται τον άνδρα
Ταινία του 1965, σε σενάριο και σκηνοθεσία Γεώργιου Τζαβέλλα και σε παραγωγή Δαμασκηνός – Μιχαηλίδης, θεωρήθηκε από τις πιο επιτυχημένες παραγωγές.
Η ταινία θίγει, αρχικά, το πρόβλημα της μεταλλασσόμενης Αθήνας. Μαζί με αυτό, όμως, άμεσα και ξεκάθαρα, παρουσιάζει τα προβλήματα των ανθρωπίνων σχέσεων και τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Το ζευγάρι του Γιώργου Τζαβέλλα είναι χαρακτηριστικό της εποχής και των νέων ηθών, που ξεπερνάει με αγώνα τις δυσκολίες της συμβίωσης και το πετυχαίνει. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου, στο ρόλο του Αντωνάκη αλλά και η Μάρω Κοντού, στο ρόλο της Ελένης, πλάθουν δύο θαυμάσιους ρόλους.
Η ταινία ξεκινά από το παρόν: Ο Αντώνης Κοκοβίκος είναι διευθυντής σε ένα υπουργείο και δέχεται ένα τηλεφώνημα από το δικηγόρο της πρώην γυναίκας του που τον ενημερώνει ότι το σπίτι που έμεναν στην Πλάκα κατεδαφίζεται. Εκείνος ήθελε να το δει για μια τελευταία φορά και αναπολώντας τις στιγμές που πέρασε εκεί, του έρχεται στο μυαλό του η πρώην γυναίκα του και αρχίζει η βασική πλοκή του έργου, χωρίς αφηγήσεις από αυτή την αναδρομή.
Δύο χρόνια πριν, ο Αντωνάκης δεν είναι διευθυντής, αλλά τμηματάρχης του υπουργείου. Η Ελένη, η σύντροφός του, είναι μια αμόρφωτη, καλοσυνάτη και υπάκουη γυναίκα. Ο Αντωνάκης είναι πολύ αυστηρός μαζί της και την είχε σαν δούλα μέσα στο σπίτι. Παρ’ όλα αυτά, δεν την είχε παντρευτεί ακόμα, αν και είχαν δέκα χρόνια σχέση. Για αυτό τον λόγο η Ελένη είναι θλιμμένη, καθώς επίσης ήταν και δαχτυλοδεικτούμενη στη γειτονιά, ειδικά από τη γειτόνισσά τους, την Αγλαΐα, που συνεχώς την προσέβαλλε. Ο Αντωνάκης δεν συζητούσε ποτέ για γάμο. Μάλιστα, δεν είχε γνωρίσει και ποτέ την Ελένη στους τέσσερις φίλους του.
Μετά από μια προαγωγή ενός φίλου του Αντωνάκη, του Μιχαλάκη, ο τελευταίος έκανε τραπέζι για αυτήν και πέθανε τρώγοντας ένα αρνί μόνος του. Ο Αντωνάκης δεν πήγε στη γιορτή επειδή δεν ήθελε να παρουσιάσει την Ελένη. Έτσι, όταν οι φίλοι του πήγαν στο σπίτι του για να του πουν τα νέα, είδαν πόσο άσχημα φερόταν στην Ελένη και προσπάθησαν να τον συνετίσουν και να την παντρευτεί. Ο θάνατος του φίλου του, αλλά και η ανάγκη αποκατάστασης της γυναίκας σε περίπτωση χηρείας, έκαναν τον Αντωνάκη να κάνει πρόταση γάμου στην Ελένη. Εκείνη δέχτηκε περιχαρής. Όμως εν ώρα μυστηρίου, τη στιγμή που ο ψάλτης έλεγε το «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα», η Ελένη πατάει τον Αντωνάκη, ως είθισται. Από εκεί και πέρα, έρχεται η αφύπνιση της Ελένης, και πλέον γνωρίζοντας τον τίτλο της, δηλαδή της παντρεμένης γυναίκας, απαιτεί από τον Αντωνάκη κάποιον σεβασμό. Ο Αντωνάκης, που δεν είχε συνηθίσει σε κάτι τέτοιο, τη χωρίζει. Το διαζύγιο βγήκε εις βάρος του Αντωνάκη, αφού κανείς δεν πηγαίνει στο δικαστήριο προς υπεράσπισή του. Μάλιστα διακόπτει και κάθε επαφή με τους φίλους του.
Η ταινία επιστρέφει σε πραγματικό χρόνο και συνεχίζει τη στιγμή που ο Αντωνάκης αναπολεί μέσα στο σπίτι, ενώ δύο εργάτες το γκρεμίζουν. Μετά από δύο χρόνια διαζυγίου αντιλαμβάνεται πόσο μόνος είναι και πόσο λάθος φέρθηκε στην Ελένη. Αιφνιδιαστικά, μπαίνει και η Ελένη στο σπίτι, ώστε να το δει κι αυτή για μια τελευταία φορά. Η σκηνή φορτίζεται από συναισθήματα και αποφασίζουν να δώσουν στην αγάπη τους μια δεύτερη ευκαιρία και να ξαναπαντρευτούν.

