Οταν, στα τέλη της δεκαετίας του ‘50, το ελληνικό ποδόσφαιρο επιχειρούσε το πέρασμα από τον ερασιτεχνισμό στον ημιεπαγγελματισμό, μοναδικός δρόμος για την επιτυχία του εγχειρήματος ήταν η οικονομική του αυτοτέλεια. Η λύση που βρέθηκε, με τη δημιουργία του ποδοσφαιρικού στοιχήματος, δεν αποτελούσε ελληνική ευρεσιτεχνία, αλλά συνέχεια της ήδη επιτυχημένης συνταγής που εφαρμοζόταν σε άλλες 17 ευρωπαϊκές χώρες. Βάση του ελληνικού ΠΡΟ-ΠΟ αποτέλεσε το ιταλικό «Totocalcio».

Κανόνες
Στο Βασιλικό Διάταγμα της 20ής Δεκεμβρίου 1958, «Περί της λειτουργίας Δελτίου Προγνωστικών επί των ποδοσφαιρικών αγώνων», ορίζονταν οι κανόνες λειτουργίας του ΠΡΟ-ΠΟ: δελτίο 9 έως 15 αγώνων, που έπρεπε όμως να διεξάγονται την ίδια ημέρα και ώρα, σε Ελλάδα και εξωτερικό. Η τελευταία αυτή πρόβλεψη, και κυρίως η προοπτική ροής χρημάτων, οδήγησε την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία να θέσει τις βάσεις για καλύτερη οργάνωση του ποδοσφαίρου στη χώρα και, λίγους μήνες αργότερα, στη δημιουργία της Α’ Εθνικής κατηγορίας.

Τα πρώτα πρακτορεία ΠΡΟ-ΠΟ ήταν μπακάλικα, γαλακτοπωλεία, ψιλικατζίδικα και μικρομάγαζα, στα οποία ο καταστηματάρχης, δίνοντας τυρί ή καπνό, βοηθούσε παράλληλα στη συμπλήρωση του δελτίου. Οι τελικές άδειες δόθηκαν στις 22 Φεβρουαρίου, μόλις μία εβδομάδα πριν από τον πρώτο διαγωνισμό. Το νέο παιχνίδι ξεκίνησε τη λειτουργία του την 1η Μαρτίου 1959, έχοντας στο δελτίο 12 βασικά και δύο αναπληρωματικά παιχνίδια, για την περίπτωση αναβολής ή διακοπής. Σημαντικότερος αγώνας του πρώτου δελτίου ήταν το ντέρμπι Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός (2-0), ενώ αρχικά υπήρχαν μόνο δύο στήλες προς συμπλήρωση και ο νικητής δεν ήταν ο 13άρης αλλά ο 12άρης.
Σημαντική παράμετρο στην άμεση επιτυχία του ΠΡΟ-ΠΟ αποτέλεσε η ευνοϊκή συγκυρία στο ξεκίνημά του. Την πρώτη Κυριακή βρέθηκε μόνο ένας νικητής, που κέρδισε το -αστρονομικό για την εποχή- ποσό των 228.359 δρχ. Τη δεύτερη είχαμε νικήτρια γυναίκα, άσχετη με το ποδόσφαιρο, βάζοντας έτσι στο παιχνίδι και τους μη ποδοσφαιρόφιλους. Την τρίτη, ο μοναδικός νικητής από την Κρήτη κέρδισε 893.403 δρχ., όταν ο τότε βασικός μισθός δεν ξεπερνούσε τις 2.000 δρχ.

Το αδιαχώρητο
Στη χώρα επικράτησε «ΠΡΟ-ΠΟμανία», με τον κόσμο να στριμώχνεται κάθε Σαββατόβραδο στα πρακτορεία. Τα αποτελέσματα των αγώνων και η συμπλήρωση του δελτίου ήταν μόνιμο θέμα συζήτησης όλη την εβδομάδα, όπως ανέφερε εφημερίδα της εποχής: «Εις όλους τους τόπους εργασίας και προπαντός εις τα δημόσια γραφεία και τα γραφεία των μεγάλων και μέσων επιχειρήσεων, όπου είναι συγκεντρωμένοι πολλοί μισθωτοί, αι δύο-τρεις πρώται ημέραι καταναλίσκονται με την κριτικήν των αποτελεσμάτων της Κυριακής και αι δύο ή τρεις τελευταίαι περνούν με τον πυρετόν της επιτυχεστέρας συμπληρώσεως του προσεχούς δελτίου, ο οποίος δεν αυξάνει βεβαίως ούτε την δραστηριότητα ούτε την εργατικότητα ούτε την αποδοτικότητα των υπαλλήλων, αλλά τους αποχαυνώνει».
Η εβδομαδιαία κατακόρυφη αύξηση των στηλών και η τεράστια αποδοχή του ΠΡΟ-ΠΟ ποδοσφαιροποίησαν την πολιτική και πολιτικοποίησαν το παιχνίδι. Ο αντιπολιτευόμενος Τύπος θεώρησε το νέο παιχνίδι τζόγο, αφού «είναι ταυτοχρόνως λαχείον και τζόγος, δίδει την αυταπάτην ενεργού συμμετοχής του ατόμου εις την επιτυχίαν και δεν το απογοητεύει με την αποτυχίαν, αλλά το ωθεί να δοκιμάζει και να ξαναδοκιμάζει την ικανότητα και την τύχην του», εντάσσοντάς το στη «φορομπηχτική πολιτική της κυβερνήσεως».

«Σημαία» κατά του ΠΡΟ-ΠΟ αποτέλεσε η κεντρώα εφημερίδα «Ελευθερία», που με συνεχή άρθρα και πρωτοσέλιδα δαιμονοποιούσε το παιχνίδι ως υπεύθυνο όλων των κακοδαιμονιών της ελληνικής κοινωνίας. Περιγράφονταν βουβά οικογενειακά δράματα, με συζύγους να δίνουν όλα τους τα χρήματα στο παιχνίδι και να γυρίζουν πεζοί το βράδυ στο σπίτι, προκειμένου να εξοικονομήσουν μία δραχμή που θα ξανάπαιζαν. Γινόταν λόγος για ηθική κατάπτωση και έλλειψη προοπτικής, καθώς και για πτώση του τζίρου στα μαγαζιά, αφού χρήματα που θα δίνονταν σε τρόφιμα, ρούχα και βασικές ανάγκες μετατρέπονταν «εις ηλίθια δελτία του ΠΡΟ-ΠΟ».
Κινηματογράφος
Αντίθετα, η μεγάλη οθόνη αντιλήφθηκε άμεσα τη λαϊκή αποδοχή του παιχνιδιού. Το 1960 προβλήθηκε η ταινία «Λαός και Κολωνάκι», όπου ο Κώστας Χατζηχρήστος μεταμορφώνεται μέσα σε μία νύχτα από φτωχό γαλατά σε πλούσιο, κερδίζοντας 1.800.000 δρχ. στο ΠΡΟ-ΠΟ. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Ντίνος Ηλιόπουλος πρωταγωνίστησε στην ταινία «Να ήταν το 13άρι να έπεφτε σε εμάς». Ο πόθος της εποχής «να πιάσω την καλή» ενσαρκώθηκε και στο λαϊκό τραγούδι «Σαν κερδίσω το ΠΡΟ-ΠΟ», που ερμήνευσε το 1960 ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, σε στίχους και μουσική Μπάμπη Μπακάλη. Η ιστορία έδειξε τελικά ότι το ΠΡΟ-ΠΟ βγήκε νικητής από το ντέρμπι της αμφισβήτησης του ρόλου του, συμβάλλοντας στην αναβάθμιση όχι μόνο του ποδοσφαίρου αλλά και ολόκληρου του ελληνικού αθλητισμού.

«Κάμνει θραύσιν μεταξύ των μαθητών»
Τα αποτελέσματα από το ξεκίνημα του ΠΡΟ-ΠΟ είναι εμφανή από τις πρώτες ακόμη ημέρες. Οι εφημερίδες κρούουν έντρομες τον κώδωνα του κινδύνου: «Οι πρώτοι που διαπίστωσαν τους κινδύνους υπήρξαν οι εκπαιδευτικοί λειτουργοί. Το ΠΡΟ-ΠΟ κάμνει θραύσιν μεταξύ των μαθητών και των μαθητριών. Οι μαθητικές τσάντες είναι γεμάτες από δελτία. Θέμα συζητήσεως άλλο από τα προγνωστικά δεν υπάρχει πλέον στα σχολεία. Κατά τα διαλείμματα συμπληρώνονται δελτία. Μέσα εις την τάξιν συμπληρώνονται δελτία. Και κατά την διάρκειαν της παραδόσεως η προσοχή είναι περισσότερο απορροφημένη από τα προβλήματα του ΠΡΟ-ΠΟ παρά από το μάθημα. Ταυτοχρόνως με τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς αρχίζουν να τα χάνουν και οι γονείς. Βλέπουν τα παιδιά των να παραμελούν τα μαθήματα, να διαθέτουν όλο το χαρτζιλίκι των διά την αγοράν δελτίων, να καταργούν τους κουμπαράδες και να “ξαφρίζουν” ακόμη κρυφά τις τσέπες των γιλέκων των. Αμελείς, κερδομανείς και κλέπτας νεαρούς δημιουργεί το επαίσχυντον ποδοσφαιρικόν στοίχημα».
Αμεση είναι η αντίδραση της Ανωτάτης Συνομοσπονδίας Συλλόγων Γονέων και Μαθητών Ελλάδος, η οποία, με υπόμνημά της, ζητεί από την κυβέρνηση την απαγόρευση συμμετοχής ανηλίκων στο παιχνίδι, περιγράφοντας τραγελαφικές στιγμές της τότε σχολικής καθημερινότητας: «Αφαιρούνται κατά την ώραν του μαθήματος και έχουν τον νουν των εστραμμένον εις τας προσεχείς ποδοσφαιρικάς συναντήσεις και προσπαθούν να μαντεύσουν την νίκην και τον βαθμόν της νίκης κάποιας αθλητικής ομάδος. Πολλάκις τα βλέπομεν και τα ακούομεν να συζητούν μεταξύ των γύρω από ενδεχομένας επιτυχίας ή αποτυχίας, να κρατούν σημειώσεις, να γράφουν και να σβήνουν αριθμούς. Τα πρόχειρα τετράδια των σχολείων γεμίζουν από τέτοιους αριθμούς πριν τους μεταφέρουν εις το δελτίον. Προσπαθούν να επικοινωνήσουν με αθλητάς ή με φιλάθλους, διά να ζητήσουν και εκείνων, ως εμπειροτέρων, την γνώμην. Δεν διστάζουν και εις τους γονείς των ακόμη να αποταθούν».
