Όμως δεν είναι η πρώτη φορά που το πανέμορφο νησί του Αργοσαρωνικού γνωρίζει ημέρες διεθνούς κινηματογραφικής δόξας. Το φθινόπωρο του 1956 η Ύδρα ζει κάτι πολύ πιο εκκωφαντικό: την πρώτη ξένη –και δη χολιγουντιανή– παραγωγή που γυρίστηκε ποτέ στην Ελλάδα. Την ταινία «Το Παιδί και το Δελφίνι».

Πρωταγωνίστρια, η 22χρονη τότε Σοφία Λόρεν, στο αμερικανικό της ντεμπούτο, και σκηνοθέτης ο ρουμανικής καταγωγής Ζαν Νεγκουλέσκο. Η ταινία αποτελεί παραγωγή της 20th Century Fox, με πρόεδρο τον Ελληνοαμερικανό Σπύρο Σκούρα. Ήταν η πρώτη χολιγουντιανή παραγωγή που γυριζόταν στην Ελλάδα από ξένο συνεργείο, με τις σκηνές της Ύδρας να αποτελούν το 70% της ταινίας.

Φυσικά, τότε στο νησί οι υποδομές ήταν ανύπαρκτες, αφού δεν υπήρχαν ξενοδοχεία και σπίτια ικανά να στεγάσουν δεκάδες τεχνικούς, ηθοποιούς και κομπάρσους. Η λύση δόθηκε από τον εφοπλιστή Ανδρέα Ποταμιάνο, που διέθεσε δύο πλοία –τον «Ερμή» και τη «Νεράιδα»– τα οποία αγκυροβόλησαν στο Μανδράκι και μετατράπηκαν σε πλωτά ξενοδοχεία και γραφεία παραγωγής. Στον «Ερμή» στεγάστηκε η παραγωγή και εκεί διέμεναν οι πρωταγωνιστές και το κινηματογραφικό συνεργείο. Η «Νεράιδα» φιλοξενούσε, μεταξύ άλλων, τον πρωταγωνιστή Κλίφτον Γουέμπ με τη μητέρα του.

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ύδρας μπήκαν αυτοκίνητα στα σοκάκια της: επτά τζιπ και τρία φορτηγά, ενώ δύο μεταγωγικά ξεφόρτωναν ασταμάτητα υλικά. Τεράστιοι προβολείς, γεννήτριες, μηχανές λήψεως, σκάφανδρα, ρούχα, τρόφιμα ανεβοκατέβαιναν στο νησί με πυρετώδεις ρυθμούς, αναστατώνοντας για δύο μήνες (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο) το άμαθο ακόμη σε τέτοιους ρυθμούς γραφικό νησί. Δέκα αποθήκες σφουγγαριών χρειάστηκε να νοικιαστούν ώστε να αποθηκευτεί ο τεράστιος εξοπλισμός. Σε ένα από τα πλοία, που νοικιαζόταν προς 45.000 δραχμές την ημέρα, έμεναν κομπάρσοι, τεχνικοί και βοηθοί.

Στα γυρίσματα εργάζονταν διακόσιοι εγχώριοι κομπάρσοι, που για να μην «εξαφανίζονται» στα σοκάκια, τους έβαζαν στάμπες και τους καλούσαν με κουδουνάκι στο λιμάνι. Τα συνεργεία δούλευαν νυχθημερόν ώστε να προλάβουν τον καιρό, αφού το σενάριο απαιτούσε καλοκαιρινή ατμόσφαιρα. Ο Ξένιος Δίας τους έκανε το χατίρι και εκείνο το φθινόπωρο κύλησε με ηλιοφάνεια και μπουνάτσα.
Η ταινία βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Ντιβάιν. Η Φαίδρα (Σοφία Λόρεν), φτωχή σφουγγαρού της Ύδρας, ανακαλύπτει σε κάποιο ναυάγιο ένα χρυσοχάλκινο άγαλμα παιδιού πάνω σε δελφίνι, με φημολογούμενες μαγικές ιδιότητες. Ο ένας άνδρας θέλει να το πουλήσει σε αδίστακτο συλλέκτη, ο άλλος να το παραδώσει στο ελληνικό κράτος.

Ο Νεγκουλέσκο ήθελε «μια ταινία πλημμυρισμένη από Ελλάδα». Περιηγήθηκε τη χώρα, συζήτησε με τον Ζακ-Ιβ Κουστό για τα υποβρύχια γυρίσματα και γύρισε σκηνές όχι μόνο στην Ύδρα αλλά και στην Ακρόπολη, στα Μετέωρα, στην Επίδαυρο και στον Σαρωνικό. Ήταν η πρώτη φορά που η Ακρόπολη «έπαιζε» σε χολιγουντιανή ταινία τέτοιας κλίμακας.
Η παραγωγή ξόδεψε στην Ελλάδα πάνω από 1,5 εκατομμύριο δολάρια, από τον συνολικό προϋπολογισμό τεσσάρων εκατομμυρίων – αστρονομικό ποσό για την εποχή. Οι βασικοί συντελεστές της ταινίας έδειχναν μαγεμένοι από την Ύδρα και την Ελλάδα, θεωρώντας ότι εδώ έβρισκαν την κινηματογραφική γη της επαγγελίας. Ο Αμερικανός παραγωγός Σάμιουελ Ένγκελ μιλούσε για χώρα «κατά παραγγελία φτιαγμένη για τις μοντέρνες μεθόδους κινηματογράφου». Πιο ενθουσιώδης εμφανίστηκε ο σκηνοθέτης της ταινίας: «Η Ύδρα δεν είναι μόνο ένα γραφικό και όμορφο νησί. Είναι ένα μέρος που λες και οι άνθρωποι το έχτισαν επίτηδες για να κινηματογραφηθεί σε σινεμασκόπ. Το νησί αυτό είναι ένα αληθινό σκηνικό για τον σύγχρονο κινηματογράφο. Αισθάνομαι ότι μόλις τελειώσω αυτή την ταινία, θα θέλω να γυρίσω μια άλλη κάτω από τον θαυμαστότερο ουρανό του κόσμου, τον ελληνικό. Φοβούμαι όμως πως θα με προλάβουν».
Φυσικά, το «διαμάντι του στέμματος» της χολιγουντιανής παραγωγής δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από τη Σοφία Λόρεν, που η παρουσία της και μόνο επισκίαζε όσους βρίσκονταν δίπλα της. Ειδικά στην άμαθη από τέτοιες σταρ Ελλάδα της δεκαετίας του ’50, η εντυπωσιακή Ιταλίδα αποτέλεσε καθημερινό σημείο αναφοράς όχι μόνο στη μικρή Ύδρα, αλλά σε ολόκληρο τον ελληνικό Τύπο. Η άφιξή της στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1956 προκάλεσε φρενίτιδα και στο αεροδρόμιο του Ελληνικού χρειάστηκε αστυνομική επέμβαση για να διαλυθεί το πλήθος. Το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε λίγες ημέρες μετά στην Ύδρα, όπου κάθε δημόσια εμφάνισή της άφηνε γύρω της επιφωνήματα ενθουσιασμού.
Η «υδρογονοβόμβα του ιταλικού κινηματογράφου», όπως την ανέφεραν οι Έλληνες δημοσιογράφοι, έμεινε σε ένα παλιό αρχοντικό της οικογένειας Λιούση, πενήντα μέτρα πάνω από τη Μητρόπολη του νησιού. Αρκούσαν όμως λίγες ημέρες παρουσίας της ώστε να εξοικειωθεί με το νησί και τους κατοίκους και οι δεύτεροι μαζί της. Η πανέμορφη πρωταγωνίστρια έκανε ολοένα και συχνότερες εμφανίσεις στο κέντρο της Ύδρας, έπινε λεμονάδα στο καφενείο, έπαιζε με το παιδομάνι, καθόταν με ηλικιωμένες που τη φίλευαν γλυκό νεραντζάκι, ψάρευε στον Μώλο με βοηθούς τους ψαράδες, λάτρευε τον παραδοσιακό ζαχαρομπακλαβά και περπατούσε ξυπόλητη στα στενοσόκακα. Αντίθετα, παρά τις συνεχείς προσκλήσεις της, έμοιαζε να απεχθάνεται τις κοσμικές δεξιώσεις που της προτείνονταν σε πολυτελή κότερα που έφταναν στο νησί για χάρη της.

Οι Έλληνες δημοσιογράφοι, με συνεχείς ανταποκρίσεις από την Ύδρα κατέγραφαν κάθε κίνησή της σε υπερθετικό βαθμό. Για του λόγου το αληθές, ακολουθεί αναλυτικό «πιπεράτο» ρεπορτάζ για τις ενδυματολογικές επιλογές της Λόρεν στην Ύδρα: «Αρχίζω εκ των άνω: μπερές ή το ψαράδικο καπέλο που αγόρασε τελευταία. Μπλουζάκι σκούρο με κουμπιά μπροστά. Τα μανίκια σηκωμένα πάνω από τους αγκώνες. Το μπλουζάκι αγοράστηκε από το νησί και δεν τη στενεύει όπως συνήθως όλα της τα ρούχα. Τι να κάνει; Έπιασε τις δύο άκρες και τις έδεσε μπροστά κόμπο!
Αποτέλεσμα πρώτον: τσίτωσε όπου δει το ένδυμα. Αποτέλεσμα δεύτερον, άκρως συγκινητικό για τους ευαίσθητους: άφησε μια λωρίδα γυμνή από το μπλουζάκι μέχρι το παντελόνι. Και το παντελόνι αγοράστηκε από το νησί. Κάτι σαν του “Ρετσίνα” ή κάποιο άλλο φθηνό ύφασμα. Τούτο βρέθηκε στα μέτρα της, δηλαδή πέντε νούμερα πιο στενό. Αποτέλεσμα: πολλά ζητάτε. Εδώ είναι εφημερίδα και όχι η “Ροζ Βιβλιοθήκη”. Είναι στενό το παντελόνι… Πολύ στενό. Προ ημερών, επειδή της λυνόταν ο κόμπος της μπλούζας, έπιασε τις δεμένες άκρες και τις έστριψε με ένα κουτάλι της σούπας, που το άφησε εκεί για κόσμημα. Αγόρασε και μια πέτσινη ζώνη».

Παρά τα καλά της λόγια για την Ύδρα και τις Ελληνίδες που της θύμιζαν τις Ναπολιτάνες, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Λόρεν ήταν μια ντίβα και όταν διαπίστωσε ότι φωτογραφήθηκε σε πόζα που δεν την κολάκευε, αναζήτησε με κάθε τρόπο τον δράστη. Όταν μάλιστα είδε την επίμαχη φωτογραφία τυπωμένη στο πρωτοσέλιδο ελληνικής εφημερίδας, ξέσπασε σε κλάματα. Για να την παρηγορήσουν, οι παραγωγοί της ταινίας της έφεραν τον φωτογράφο Καραγιαννίδη, ο οποίος μετά από ασφυκτικές πιέσεις της παρέδωσε την επίμαχη πλάκα με το αρνητικό της φωτογραφίας, την οποία η Λόρεν έκαψε με τα χέρια της…
Επιστρέφοντας στα γυρίσματα της ταινίας, αναφέρουμε ότι στις επικίνδυνες σκηνές κατάδυσης τη Λόρεν αντικαθιστούσε η ηθοποιός Σίλα Γκαμπέλ, η οποία διευκρίνιζε όταν κάποιος της μιλούσε: «No Loren». Ο άλλος πρωταγωνιστής της ταινίας, Κλίφτον Γουέμπ, όταν έβγαινε σπάνια από τη «Νεράιδα», ήταν πάντα καλοντυμένος και λάτρευε τον ελληνικό καφέ. Οι ντόπιοι θυμούνται τον Άλαν Λαντ να χρησιμοποιεί στα γυρίσματα ράμπες και κουτιά για να «ισορροπεί» στο ίδιο ύψος με την πρωταγωνίστρια. Στο μεγάλο γλέντι της ταινίας, χορευτές από την ομάδα της Δώρας Στράτου χόρεψαν ελληνικούς χορούς και η Λόρεν τραγούδησε στα ελληνικά το κλασικό, σήμερα, τραγούδι «Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη».
«Το Παιδί και το Δελφίνι» μπορεί να μη θεωρείται αριστούργημα, αλλά έβαλε άμεσα την Ελλάδα στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη. Έφερε τουρίστες, έδωσε εμπειρία σε Έλληνες τεχνικούς και απέδειξε ότι το ελληνικό φως δεν είναι απλώς φυσικό φαινόμενο, αλλά κινηματογραφικό κεφάλαιο.

