Το Σχέδιο Μάρσαλ, το οποίο αποτελεί την οικονομική συνέχεια του πρώτου, υπήρξε βασικός πυλώνας αναστήλωσης της μεταπολεμικής Ελλάδας και προπομπός της οικονομικής άνθησης της Ευρώπης.
Το 1945 τίποτα δεν προϊδεάζει ότι μπορεί να υπάρξουν δραματικές αλλαγές στις διεθνείς σχέσεις της Ελλάδας. Η Αγγλία -στην επιρροή της οποίας ανήκουμε μέχρι τότε- εμφανίζεται ιδιαίτερα ενισχυμένη στην περιοχή μας. Νικήτρια του πολέμου, έχει επιβάλει στην Ελλάδα την πολιτική της ατζέντα, με ενεργό συμμετοχή στα Δεκεμβριανά και με στρατιωτική στήριξη των μεταπολεμικών κυβερνήσεων. Παράλληλα οι Αμερικανοί δεν δείχνουν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων. Χαρακτηριστικά, όταν ο Αμερικανός πρέσβης στην Ελλάδα, Λίνκολν Μακ Βι, ζητά από τον Ρούσβελτ να στείλει αμερικανικό στρατό στα Βαλκάνια, ο τελευταίος απαντά: «Τι είναι τα Βαλκάνια;». Ωστόσο, η έναρξη του Ψυχρού Πολέμου και η αδυναμία της Βρετανίας να διατηρήσει τον κυρίαρχο ρόλο της σε Ελλάδα και Τουρκία αλλάζουν άρδην την αμερικανική στρατηγική. Σύμφωνα με τη θεωρία του ντόμινο, αν η Ελλάδα πέσει στα χέρια της Σοβιετικής Ενωσης, ίσως συμπαρασύρει μαζί της και άλλες χώρες που θα θελήσουν να ακολουθήσουν το «ελληνικό μοντέλο».
Προλαβαίνοντας αυτό το σενάριο, ο Τρούμαν, στις 12 Μαρτίου 1947, ουσιαστικά εξαγγέλλει την άμεση αμερικανική επέμβαση στην ελληνική πραγματικότητα: «Η ύπαρξη του ελληνικού κράτους απειλείται από τις τρομακτικές ενέργειες μερικών χιλιάδων ενόπλων υπό την ηγεσία κομμουνιστών, που προκαλούν την κρατική εξουσία, ιδίως κατά μήκος των βορείων συνόρων. Εν τω μεταξύ, η ελληνική κυβέρνηση αδυνατεί να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ο ελληνικός στρατός είναι μικρός και πενιχρά εφοδιασμένος. Χρειάζεται εφόδια και εξοπλισμό για να αποκατασταθεί η κρατική εξουσία στην ελληνική επικράτεια». Σε αυτόν τον λόγο του ο Τρούμαν παρεμβαίνει για πρώτη φορά άμεσα στα πολιτικά πράγματα της χώρας, νομιμοποιώντας την προηγηθείσα εκλογική αναμέτρηση, ενώ παράλληλα θέλει να δείξει πως θα σταθεί δίκαιος απέναντι στα οξυμένα πολιτικά πάθη: «Η ελληνική κυβέρνηση δεν είναι τέλεια, αλλά αντιπροσωπεύει το 85% των μελών του ελληνικού κοινοβουλίου, τα οποία εξελέγησαν το προηγούμενο έτος».

Εκτός της Ελλάδας, ο Τρούμαν αναφέρθηκε και στην ανάγκη ένταξης της Τουρκίας στην πολιτική «ανάσχεσης» της Σοβιετικής Ενωσης, δημιουργώντας έτσι ένα «τείχος» απέναντι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο. Ο Αμερικανός πρόεδρος ζητά από το Κογκρέσο εξουσιοδότηση για την παροχή 400 εκατομμυρίων δολαρίων σε Ελλάδα και Τουρκία (250 και 150, αντίστοιχα), με το εξής επιχείρημα: «Οι ΗΠΑ συνεισέφεραν 341 δισεκατομμύρια δολάρια για τη νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό αποτέλεσε επένδυση υπέρ της παγκόσμιας ειρήνης. Η βοήθεια την οποία συνιστώ υπερβαίνει μόλις το ένα χιλιοστό αυτής της επένδυσης». Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα το κλίμα είναι πανηγυρικό. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄ και ο εξωκοινοβουλευτικός πρωθυπουργός της κυβέρνησης συνασπισμού Δημήτριος Μάξιμος κάνουν δηλώσεις ευγνωμοσύνης προς τον αμερικανικό παράγοντα. Το ίδιο διθυραμβικές είναι οι δηλώσεις όλων σχεδόν των πολιτικών παραγόντων της χώρας.

Ο προβληματισμός που εκφράζει στη Βουλή για το ζήτημα ο αρχηγός του Νέου Κόμματος, Σπυρίδων Μαρκεζίνης, δεν αφορά το αν είναι θετική η αμερικανική παρέμβαση στην Ελλάδα, αλλά το ενδεχόμενο οι Αμερικανοί να αποχωρήσουν αν δεν θεωρήσουν επικερδή τη συμμετοχή τους στα ελληνικά πράγματα: «Μπορούν να φύγουν με μεγαλύτερη ευκολία απ’ όση ήρθαν». Μην ξεχνάμε ότι τότε η χώρα είναι οικονομικά κατεστραμμένη και κάθε ξένη χρηματοδότηση πέφτει στο χώμα όπως η βροχή στην ξερή γη. Κατά της βοήθειας τάσσονται η Σοβιετική Ενωση και η Αριστερά, που θεωρούν αυτά τα χρήματα εξαγορά της ελληνικής κυβέρνησης από τον αμερικανικό παράγοντα.

Ενδεικτικό του ενθουσιασμού που επικρατεί στην πρωτεύουσα για τα επερχόμενα… δολάρια είναι ότι στις 14 Μαρτίου, δύο ημέρες μετά το διάγγελμα Τρούμαν, τα καταστήματα της πόλης κλείνουν από τις 11 έως τη 1, ώστε επιστημονικοί και επαγγελματικοί φορείς της πόλης να καταθέσουν στεφάνια στο Ηρώο των Αμερικανών Φιλελλήνων, ενώ επιδίδουν ψήφισμα στην αμερικανική πρεσβεία «εις ένδειξιν ευγνωμοσύνης διά την χειρονομίαν της Αμερικής να αναλάβει την Ελλάδα υπό την προστασία της από οικονομικής και στρατιωτικής πλευράς». Παράλληλα, στο θέατρο «Απόλλων» ανεβαίνει η επιθεώρηση των Ασημακοπούλου, Σπυρόπουλου και Παπαδούκα «Στείλε και άλλα λεφτά, θείε Τρούμαν», ενώ ο Δήμος Αθηναίων ονομάζει τη σημερινή οδό Σταδίου σε οδό Χάρι Τρούμαν. Πιο συγκρατημένος εμφανίζεται ο επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής στην Ελλάδα, Πολ Πόρτερ, ο οποίος αναφέρει το αυτονόητο: «Οσον αφορά την προσδοκώμενη βοήθεια, θεωρώ ότι οι Ελληνες θα έπρεπε κατά πρώτο λόγο να την προσδοκούν από τον εαυτό τους και όχι από τους άλλους».
Οι περιπέτειες του αγάλματος

Ολα ξεκινούν στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν η ελληνοαμερικανική οργάνωση των ΑΧΕΠΑ δαπανά τρία εκατομμύρια δραχμές για να δωρίσει στη χώρα μας τον ανδριάντα του Χάρι Τρούμαν, ως έκφραση ευγνωμοσύνης για όσα είχε κάνει ο τελευταίος για την Ελλάδα μέσω του Δόγματος Τρούμαν. Παρά την αντίθετη γνώμη του Δήμου Αθηναίων, το άγαλμα του Αμερικανού προέδρου, ύψους 3,20 μέτρων, τοποθετείται τον Μάρτιο του 1963 στην πρωτεύουσα πάνω σε μαρμάρινη βάση 1,85 μ. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ο ανδριάντας γίνεται συχνά στόχος αντιστασιακών ομάδων, ενώ το 1970 σκοτώνεται ένας αστυφύλακας που προσπαθεί να απενεργοποιήσει εκρηκτικό μηχανισμό τοποθετημένο στο σημείο. Στη Μεταπολίτευση το άγαλμα αποτελεί την πρώτη… στάση των πολυάριθμων πορειών προς την αμερικανική πρεσβεία και δέχεται επιθέσεις κάθε είδους.
Τον Μάρτιο του 1986 η οργάνωση «Χρήστος Κασσίμης», με αφορμή την επίσκεψη του τότε Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Τζορτζ Σουλτς στην Αθήνα, ανατινάζει με μεγάλη ποσότητα δυναμίτιδας τη βάση του αγάλματος. Η εκρηκτική πτώση του Τρούμαν από τη βάση του προκαλεί εκνευρισμό στους Αμερικανούς και αμηχανία στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία δεν ξέρει τι να κάνει με το αποκαθηλωμένο άγαλμα. Η οργάνωση των ΑΧΕΠΑ το φυλάσσει και προσπαθεί να επουλώσει τις ζημιές του. Ο Δήμος Αθηναίων αρνείται να το επανατοποθετήσει, οι Αμερικανοί απειλούν ακόμη και με ταξιδιωτική οδηγία κατά της χώρας μας, ενώ η κυβέρνηση αντιπροτείνει αμήχανα την τοποθέτησή του σε μουσείο. Το θέατρο του παραλόγου ολοκληρώνεται με μία λύση που μόνο η νεοελληνική πολιτική σχιζοφρένεια θα μπορούσε να εφεύρει: το άγαλμα τοποθετείται ξανά στη θέση του ανήμερα την επέτειο της ρίψης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα, απόφασης που είχε πάρει -ποιος άλλος;- ο Χάρι Τρούμαν