Η δημόσια ανταλλαγή πυρών μεταξύ των δύο ανδρών τις προηγούμενες ημέρες, με τον Μερτς να επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην προάσπιση των γερμανικών βιομηχανικών συμφερόντων και τις πιέσεις του Τραμπ, φαίνεται πως λειτούργησε ως θρυαλλίδα. Παρά τις προσπάθειες του Βερολίνου να διασώσει τη συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού, ο Τραμπ απάντησε με την τακτική της «μέγιστης πίεσης», συνδυάζοντας τον εμπορικό πόλεμο με την απειλή στρατιωτικής αποδόμησης της Ευρώπης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ακυρώνει μέρος της συμφωνίας για τους δασμούς που συνήψε με τους ηγέτες της ΕΕ στο γήπεδο γκολφ του στη Σκωτία το περασμένο καλοκαίρι, επικρίνοντας τις Βρυξέλλες για την καθυστέρηση στην επικύρωση της συμφωνίας.
Πιάνοντας τις Βρυξέλλες στον… ύπνο την Παρασκευή (01/05), λόγω της αργίας της Πρωτομαγιάς, ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει τους δασμούς στα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που εισάγονται στις ΗΠΑ από την ΕΕ από 15% σε 25% από την επόμενη εβδομάδα.
Τα οχήματα που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ από εταιρείες της ΕΕ θα εξαιρούνται από την αύξηση, έγραψε στο Truth Social.
«Είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω ότι, με βάση το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν συμμορφώνεται πλήρως με τη συμφωνία εμπορίου που έχουμε συνάψει, την επόμενη εβδομάδα θα αυξήσω τους δασμούς που επιβάλλονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά που εισέρχονται στις Ηνωμένες Πολιτείες», έγραψε ο Τραμπ.
Σε επόμενο σχόλιό του, αναφερόμενος προφανώς στις υποσχέσεις της ΕΕ για επενδύσεις, είπε ότι «πολλά εργοστάσια αυτοκινήτων και φορτηγών βρίσκονται επί του παρόντος υπό κατασκευή, με επενδύσεις ύψους 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ένα ρεκόρ στην ιστορία της κατασκευής αυτοκινήτων και φορτηγών. Αυτά τα εργοστάσια, στα οποία θα απασχολούνται Αμερικανοί εργαζόμενοι, θα ανοίξουν σύντομα».
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Γερμανός ευρωβουλευτής Μπερντ Λάνγκε, απάντησε αμέσως, λέγοντας ότι η ανακοίνωση του Τραμπ απέδειξε πόσο αναξιόπιστες είναι πλέον οι ΗΠΑ.
«Αυτή η τελευταία κίνηση καταδεικνύει πόσο αναξιόπιστη είναι η αμερικανική πλευρά», δήλωσε ο Λάνγκε. «Αυτός δεν είναι τρόπος να αντιμετωπίζουμε στενούς εταίρους. Τώρα μπορούμε μόνο να απαντήσουμε με τη μέγιστη σαφήνεια και σταθερότητα, αξιοποιώντας τη δύναμη της θέσης μας», τόνισε.
Ο Λάνγκε δήλωσε ότι η συμπεριφορά του Τραμπ είναι «απαράδεκτη». Είπε ότι η ΕΕ τηρεί μια εμπορική συμφωνία-πλαίσιο που επιτεύχθηκε με τις ΗΠΑ στη Σκωτία πέρυσι, η οποία επέβαλε δασμό εισαγωγής 15% στα περισσότερα προϊόντα της ΕΕ, αποτρέποντας έναν μεγαλύτερο εμπορικό πόλεμο.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής τόνισε ότι οι ΗΠΑ έχουν παραβιάσει επανειλημμένα τη συμφωνία, «για παράδειγμα, με πάνω από 400 προϊόντα που περιέχουν χάλυβα και αλουμίνιο, τα οποία τώρα υπόκεινται σε μέσο δασμολογικό συντελεστή 26%».
Αν και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε στα τέλη Μαρτίου την προώθηση της συμφωνίας, αυτή δεν έχει ακόμη υπογραφεί επίσημα στο πλαίσιο της διαδικασίας που είναι γνωστή ως «τριμερής διάλογος», η οποία περιλαμβάνει τις υπογραφές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των ηγετών της ΕΕ και του Κοινοβουλίου.
Η ΕΕ είναι πιθανό να ξεκινήσει μια έντονη διπλωματική εκστρατεία για να σώσει τη συμφωνία από τον γκρεμό, αλλά αν δεν το κάνει, η συμφωνία ενδέχεται να καθυστερήσει και πάλι.

Η τελευταία εξέλιξη σχετικά με τους δασμούς έρχεται καθώς ο Τραμπ απείλησε να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από την Ιταλία και την Ισπανία, μια μέρα μετά την αναφορά του ότι εξετάζει τη μείωση του αριθμού των στρατευμάτων που έχουν αναπτυχθεί στη Γερμανία.
Η απειλή του Αμερικανού προέδρου προς τη Γερμανία ήρθε μετά την δήλωση του καγκελαρίου της, Φρίντριχ Μερτς, ότι η Αμερική «ταπεινώνεται» από το Ιράν, και έρχεται μετά από εβδομάδες κριτικής από τον Τραμπ προς τους συμμάχους του ΝΑΤΟ επειδή δεν βοήθησαν στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσες, έχει ταχθεί εξαρχής κατά του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν, ενώ η Ρώμη είχε επιδείξει μια ισορροπία μέχρι τα τέλη Μαρτίου, όταν αρνήθηκε τη χρήση αεροπορικής βάσης στη Σικελία από αμερικανικά αεροσκάφη που μετέφεραν όπλα για τον πόλεμο.
Όταν ρωτήθηκε αργά την Πέμπτη (30/04) αν θα εξετάσει το ενδεχόμενο απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων από την Ιταλία και την Ισπανία, δήλωσε στους δημοσιογράφους: «Πιθανώς… κοίτα, γιατί να μην το κάνω; Η Ιταλία δεν μας έχει βοηθήσει καθόλου και η Ισπανία ήταν φρικτή, απολύτως φρικτή».
Η ανακοίνωσή του σχετικά με τους δασμούς έρχεται επίσης μία εβδομάδα μετά την τριήμερη επίσκεψη του αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Μάρος Σέφτσοβιτς στην Ουάσιγκτον, όπου συναντήθηκε με όλους τους αρμόδιους υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Εμπορίου, Χάουαρντ Λάτνικ, του εκπροσώπου των ΗΠΑ για το εμπόριο, ζέιμισον Γκριρ, και του υπουργού Οικονομικών, Σκοτ Μπεσέντ. Ήταν η πρώτη επίσκεψη που πραγματοποίησε ο Σέφτσοβιτς από την υπογραφή της συμφωνίας για τους δασμούς μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ τον Ιούλιο.
Η είδηση έρχεται επίσης λίγες εβδομάδες αφότου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε την επικύρωση της συμφωνίας, έχοντας αναστείλει δύο φορές την επίσημη διαδικασία για τη συμφωνία περί δασμών.
Τον Ιανουάριο, οι ευρωβουλευτές ανέστειλαν επίσημα τη διαδικασία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την απειλή του Τραμπ να αποσπάσει τη Γροιλανδία από τη Δανία, ενώ τον Φεβρουάριο το Κοινοβούλιο ανέστειλε τη διαδικασία ψηφοφορίας μετά από αρνητική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Αν και η συμφωνία για δασμούς 15% κρίθηκε παράνομη από το Ανώτατο Δικαστήριο νωρίτερα φέτος, ο φόρος στα αυτοκίνητα επιβλήθηκε βάσει ξεχωριστής νομοθεσίας, γνωστής ως άρθρο 232 του Νόμου για την Επέκταση του Εμπορίου.

Η συμφωνία του Turnberry στη Σκωτία προέβλεπε δασμό 15% στις εισαγωγές από την ΕΕ για τα περισσότερα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων, τα οποία τότε αντιμετώπιζαν δασμούς 50% στις εξαγωγές προς τις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον Guardian.
Μετά από έντονη πίεση από την ΕΕ, τους γερμανούς κατασκευαστές αυτοκινήτων και δηλώσεις του γερμανού καγκελαρίου, Φρίντριχ Μερτς, ο Τραμπ υποχώρησε, συμφωνώντας να συμπεριλάβει τα αυτοκίνητα στον βασικό δασμολογικό συντελεστή 15% που περιλαμβάνει τα πάντα. Ωστόσο, οι δασμοί 50% στον χάλυβα συνεχίστηκαν και, ως αντάλλαγμα, η ΕΕ συμφώνησε να αγοράσει ενέργεια αξίας 750 δισ. δολαρίων από τις ΗΠΑ και να πραγματοποιήσει επενδύσεις ύψους 600 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ.

