Στην Ελλάδα, το θέμα παραμένει ανοιχτό και βαθιά αμφιλεγόμενο, όπως επισημαίνει η ομότιμη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου, πρώην πρύτανης και μέλος της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής, Ισμήνη Κριάρη, η οποία μιλά με προσοχή, αλλά και σαφήνεια, για τα όρια, τους κινδύνους και τα ηθικά διλήμματα.
«Δύσκολη υπόθεση»
«Οι χώρες που έχουν νομοθεσία για την υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Ισπανία και το Λουξεμβούργο. Η Αγγλία ετοιμάζει ανάλογη νομοθεσία. Εχει περάσει το πρώτο στάδιο, αλλά ακόμη εκκρεμεί το δεύτερο και υπάρχουν πάρα πολλοί προβληματισμοί, γιατί όταν ανακοινώθηκε ότι πέρασε το πρώτο στάδιο ήδη αυτοί οι οποίοι το ψήφισαν, αλλά και αυτοί που δεν ψήφισαν, εξέφρασαν προβληματισμούς. Δεν είναι μια εύκολη υπόθεση, γιατί και στους Βέλγους και στους Ολλανδούς πήρε 20 χρόνια συζήτηση. Αυτή η νομοθεσία προβλέπει τη χορήγηση φαρμάκου για τον τερματισμό της ζωής, εάν κάποιος βρίσκεται σε στάδιο πολύ βαριάς ή ανίατης ασθένειας ή είναι εξαρτημένος από μηχανήματα, κατόπιν εξέτασης από δύο γιατρούς και με δικό του αίτημα, μπορεί να του χορηγηθεί φάρμακο», αναφέρει αρχικά η κ. Κριάρη και εξηγεί ότι στη Γαλλία η προσέγγιση είναι διαφορετική. «Δεν υπάρχει υποβοηθούμενη αυτοκτονία, αλλά ο νόμος που προβλέπει την αποσύνδεση του ασθενούς από μηχανήματα, κατόπιν διάσκεψης επιτροπής του νοσοκομείου σε συνεργασία με την οικογένεια. Πρόκειται για μια λύση που έχει επικυρωθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εφόσον τηρηθούν οι διαδικασίες».

Η υπόθεση της νεαρής Ισπανίδας αναδεικνύει, κατά την κ. Κριάρη, βαθύτερα κοινωνικά ζητήματα. «Πολλοί θεώρησαν ότι το κράτος και η κοινωνία δεν ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες της», λέει, μεταφέροντας την ανησυχία ότι «ένας νέος άνθρωπος έφτασε στο σημείο να θέλει να δώσει τέλος στη ζωή του», ενώ «αισθανόταν πολύ μεγάλη μοναξιά και πιθανώς χρειαζόταν ψυχιατρική βοήθεια και δεν την είχε, και είπε: “Θέλω να πεθάνω”. Στην Ισπανία, έχει γίνει μεγάλος θόρυβος, γιατί υπήρχαν πολλές αντιρρήσεις υπό την έννοια ότι πολλοί άνθρωποι αισθάνθηκαν και σκέφτηκαν ότι το κράτος θα έπρεπε να είχε λάβει μέτρα, ώστε ένας νέος άνθρωπος να μη φτάνει στο σημείο να θέλει να δώσει τέλος στη ζωή του».
Εκτός Ευρώπης
Η ιατρικά υποβοηθούμενη διαδικασία τερματισμού της ζωής εφαρμόζεται εκτός Ευρώπης σε χώρες όπως η Κολομβία, ο Καναδάς και το Εκουαδόρ, καθεμία με το δικό της μοντέλο λειτουργίας. Την ίδια στιγμή, η Ουρουγουάη έχει τα τελευταία χρόνια θεσπίσει νομοθεσία που ρυθμίζει τη διαδικασία, εντάσσοντας τη χώρα στη διεθνή τάση επανεξέτασης του ζητήματος.
Η Νέα Ζηλανδία και ορισμένες Πολιτείες και επικράτειες της Αυστραλίας έχουν θεσπίσει καθεστώτα «voluntary assisted dying» (ιατρικά υποβοηθούμενου θανάτου), τα οποία δίνουν τη δυνατότητα σε ασθενείς που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια να ζητήσουν ιατρική βοήθεια για τον τερματισμό της ζωής τους.
Σε άλλες χώρες, όπως η Ελβετία και η Αυστρία, καθώς και σε ορισμένες Πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, επιτρέπεται αποκλειστικά η υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο ασθενής λαμβάνει ο ίδιος τα φαρμακευτικά σκευάσματα που οδηγούν στον θάνατο, με ιατρική συνταγή.
Στην Ελλάδα, όπως επισημαίνει η κ. Κριάρη, «δεν υπάρχει νομοθεσία για την υποβοηθούμενη αυτοκτονία». Ωστόσο, «ο κώδικας βιοηθικής του 2005 προβλέπει ότι ο γιατρός δεν υποχρεούται να εφαρμόσει όλες τις μεθόδους, όλα τα φάρμακα, εάν κρίνει ότι δεν θα έχουν θετικό αποτέλεσμα». Σύμφωνα με την ίδια, αυτό είναι το αντίστοιχο της διακοπής της φαρμακευτικής αγωγής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει αντίθετη γνώμη των συγγενών.
«Η ανακουφιστική αγωγή δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς»
Η καθηγήτρια δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κατάσταση της ανακουφιστικής φροντίδας στη χώρα. «Η ανακουφιστική αγωγή δεν έχει αναπτυχθεί επαρκώς στην Ελλάδα, η οποία σε ανθρώπους που βρίσκονται στο τέλος της ζωής τους θα τους έδινε τη δυνατότητα να έχουν μια περιποίηση, μια συμπαράσταση, μια συμπεριφορά με αξιοπρέπεια και να αισθάνονται ότι περιβάλλονται από ανθρώπινο συναίσθημα. Υπάρχει ο νόμος τώρα για την ανακουφιστική αγωγή, αλλά δεν υπάρχουν πολλές μονάδες». Η ίδια τονίζει ότι η ενίσχυση τέτοιων δομών είναι κρίσιμη, καθώς «θα μπορούσε να προσφέρει αξιοπρεπή περίθαλψη και συμπαράσταση σε ανθρώπους στο τέλος της ζωής τους».
Οι επιφυλάξεις γύρω από την υποβοηθούμενη αυτοκτονία παραμένουν ισχυρές. «Πάρα πολλοί φοβούνται και τις περιπτώσεις της κατάχρησης», αναφέρει η ομότιμη καθηγήτρια μιλώντας στον «Ε.Τ.», ενώ στέκεται και στον «κίνδυνο του λάθους», δηλαδή στο ενδεχόμενο «να δοθεί η δυνατότητα ενώ η κατάσταση του ασθενούς δεν το δικαιολογεί». Παράλληλα, θέτει μία κρίσιμη παράμετρο: «Αν ο ασθενής έχει ελεγχθεί για κατάθλιψη ή άλλο ψυχιατρικό νόσημα», επισημαίνοντας ότι «η ελεύθερη βούληση προϋποθέτει ψυχική υγεία».
Στο επίπεδο των δικαιωμάτων, η εικόνα είναι εξίσου σαφής. Οπως εξηγεί, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων «δεν αναγνωρίζει ένα συμμετρικό δικαίωμα στον θάνατο», αλλά «αναγνωρίζει μόνο το δικαίωμα στη ζωή». Οι αποφάσεις του, λέει, είναι αρκετά διστακτικές και αφήνουν στα κράτη τη διακριτική ευχέρεια να ρυθμίσουν ή να μη ρυθμίσουν τέτοια ζητήματα.
Το 43% των Ελλήνων λέει «Ναι» στη χορήγηση ουσίας σε ασθενή τελικού σταδίου

Αξιοσημείωτα, πάντως, είναι τα στοιχεία έρευνας της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής, που αποτυπώνουν ότι έξι στους δέκα Ελληνες δηλώνουν ότι θα συμφωνούσαν με τη διακοπή της ιατρικής υποστήριξης σε έναν ασθενή σε βαθύ κώμα, χωρίς προοπτική ανάρρωσης. Το εύρημα αυτό καταγράφει μια ευρεία αποδοχή της παθητικής ευθανασίας, η οποία συνδέεται στη συνείδηση πολλών με την αξιοπρέπεια και την αποφυγή του παρατεταμένου πόνου.
Ακόμη πιο ενδεικτικά είναι τα στοιχεία για την ενεργητική ευθανασία. Σε δείγμα 1.207 πολιτών, το 43% δηλώνει ότι ο γιατρός θα πρέπει να χορηγήσει ουσία που οδηγεί στον θάνατο σε έναν ασθενή τελικού σταδίου που υποφέρει και το ζητά. Το 28% συμφωνεί με αυτήν την επιλογή υπό την προϋπόθεση συναίνεσης της οικογένειας, ενώ το 22% εκφράζει την αντίθεσή του. Τα ποσοστά αυτά αποτυπώνουν μια κοινωνία που δεν έχει καταλήξει σε μια ενιαία θέση, αλλά κινείται μέσα σε ένα πεδίο αντιφάσεων, όπου η αξία της ζωής συνυπάρχει με την ανάγκη ανακούφισης.
Δημόσιος διάλογος
Την ίδια στιγμή, σε θεσμικό επίπεδο, βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία που αναμένεται να παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του δημόσιου διαλόγου. Η Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής και Τεχνοηθικής εργάζεται επί μακρόν για την έκδοση επίσημης γνωμοδότησης σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν το τέλος της ζωής, με την ολοκλήρωσή της να αναμένεται μέσα στον επόμενο μήνα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Επιτροπή έχει ήδη πραγματοποιήσει επί περισσότερους από τρεις μήνες εκτενείς ακροάσεις με δεκάδες φορείς, επιδιώκοντας να συγκεντρώσει ένα ευρύ φάσμα απόψεων και εμπειριών.
Η υπό διαμόρφωση γνωμοδότηση δεν θα αφορά αποκλειστικά την ευθανασία, αλλά συνολικά τα βιοηθικά ζητήματα που σχετίζονται με το τέλος της ζωής. Θα περιλαμβάνει προτάσεις πολιτικής και συστάσεις, επιχειρώντας να χαρτογραφήσει ένα πεδίο που χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα και έντονες ηθικές αντιθέσεις. Η ίδια η διαδικασία αναδεικνύει τη δυσκολία του εγχειρήματος, καθώς απαιτεί τη σύνθεση επιστημονικών δεδομένων, νομικών παραμέτρων και κοινωνικών αξιών.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπ’ όψιν τα αξιακά πρότυπα της ελληνικής κοινωνίας, επιδιώκοντας οι προτάσεις της να έχουν κοινωνική απήχηση και όχι να αποτελούν μια αποκομμένη τεχνοκρατική προσέγγιση. Οι ακροάσεις με δεκάδες φορείς αποτυπώνουν αυτήν ακριβώς την προσπάθεια: να ακουστούν όλες οι φωνές, από την ιατρική κοινότητα μέχρι κοινωνικούς και θεσμικούς εκπροσώπους.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο τοπίο, η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, μια κοινωνία που, όπως δείχνουν τα ποσοστά, μετακινείται σταδιακά προς την αποδοχή επιλογών που σχετίζονται με το τέλος της ζωής. Από την άλλη, ένα θεσμικό πλαίσιο που παραμένει επιφυλακτικό και μια πραγματικότητα στο σύστημα Υγείας που δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει επαρκή φροντίδα για τους ασθενείς τελικού σταδίου.

