
Με αυτές τις λέξεις, η Δούκα μάς εισάγει αμέσως στον πυρήνα του μυθιστορήματος: στην ανθρώπινη αστάθεια, στις λεπτές διακυμάνσεις της ψυχής, στις στιγμές απροσποίητης χαράς και στις αμφιβολίες που συνοδεύουν κάθε αναπνοή. Μας καλεί σε ένα παιχνίδι ισορροπιών, όπου η ψυχή κυλάει σαν θολό νερό, και κάθε αναπνοή αποκτά βάρος, φως και ανεπαίσθητη μαγεία. Η σκηνή αυτή δεν είναι απλώς λογοτεχνική απεικόνιση·είναι μια ολόκληρη φιλοσοφία, μια πρόσκληση να σταθεί ο αναγνώστης δίπλα στην ηρωίδα και να συμμεριστεί την εσωτερική της πορεία ανάμεσα στην απελπισία και την ανεδαφική ελπίδα. Η Πολυξένη δεν περπατά, απλώς·αιωρείται ανάμεσα στη μνήμη και την πραγματικότητα, με την αστάθεια να γίνεται το πιο αληθινό της όπλο και το ανεξήγητο να παίρνει μορφή καθημερινής μαγείας.
Ο τίτλος, που φλερτάρει με την εικόνα της «βασίλισσας του εγκλήματος», είναι μια παγίδα: το μυθιστόρημα δεν αναζητά τη λύση ενός εγκλήματος, αλλά την αποκάλυψη της ψυχής μέσα από το αίνιγμα της καθημερινότητας. Η ανακάλυψη μιας σορού στην ακτή λειτουργεί σαν καταλύτης, ένα σημείο εκκίνησης για στοχασμούς γύρω από τη μνήμη, τη μοναξιά, την ηλικία και την ανεξάντλητη, λεπταίσθητη περιπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η Πολυξένη είναι μια ηρωίδα ώριμη, ευάλωτη, ακατάβλητη. Κάθε κίνηση, κάθε βήμα της, αντιλαλεί με τις μικρές νίκες και τις ήττες που συνθέτουν την καθημερινή μας πορεία. Οι χαρακτήρες δεν είναι απλώς λειτουργικοί για την πλοκή είναι πλήρεις, αμφιθυμικοί, ζωντανοί, φτιαγμένοι από τις ίδιες τις εσωτερικές τους αντιφάσεις και τις ανεπαίσθητες ρωγμές της ύπαρξής τους.

Η γραφή της Δούκα μοιάζει με καθαρό νερό σε στροβιλισμό: ώριμη, εκλεπτυσμένη, γεμάτη σιωπές που μιλούν όσο και οι λέξεις. Η ένταση δεν προκύπτει από ανατροπές, αλλά από την εσωτερική δόνηση των χαρακτήρων·από το αόρατο νήμα που ενώνει τις μνήμες, τα διλήμματα και τις ανεξίτηλες προσδοκίες τους. Ο αναγνώστης γίνεται συμπαίκτης της Πολυξένης, νιώθει τις διστακτικές νίκες της και τις αστοχίες της, αντικρίζει το ανθρώπινο μέσα στο καθημερινό, και αποκτά την αίσθηση ότι κάθε στιγμή έχει την αξία της.
Παρά τη σύντομη έκταση, το μυθιστόρημα είναι πυκνό σαν πολύτιμο λίθο: κάθε σελίδα φωτίζει τις λεπτές δομές της ζωής, κάθε διάλογος και σιωπή συνθέτουν μια συμφωνία ανεξίτηλης αλήθειας. Τα μεγάλα μυστήρια δεν λύνονται με γεγονότα λύνονται με εσωτερική κατανόηση, με την ικανότητα να δούμε το θαύμα στις μικρές στιγμές, στην ανεδαφική ελπίδα και στο ανθρώπινο τρεμόπαιγμα που μας καθορίζει.
Η λογοτεχνία εδώ δεν είναι απλώς αφήγηση·είναι καθρέφτης και φακός ταυτόχρονα. Ο αναγνώστης καλείται να αντικρίσει τον εαυτό του, να ανακαλύψει ότι το αληθινό μυστήριο βρίσκεται εντός του, και να φύγει από τις σελίδες με την αίσθηση ότι το καθημερινό είναι μαγικό, ότι η ζωή γράφεται με την ίδια ευαισθησία με την οποία γράφει η Δούκα.
Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΗΣ
H Mάρω Δούκα γεννήθηκε το 1947 στα Xανιά. Aπό το 1966 ζει στην Aθήνα. Εχει τελειώσει το Iστορικό και Aρχαιολογικό Tµήµα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Aθηνών. Εχει τιµηθεί µε το Bραβείο «Nίκος Kαζαντζάκης» του Δήµου Hρακλείου για το µυθιστόρηµα «H αρχαία σκουριά», µε το B΄ Kρατικό Bραβείο για το µυθιστόρηµα «H πλωτή πόλη» και µε το Bραβείο Πεζογραφίας Kώστα Oυράνη της Aκαδηµίας Aθηνών για το µυθιστόρηµα «Aθώοι και φταίχτες». Για το ίδιο µυθιστόρηµα τιµήθηκε επίσης µε το Bραβείο Balkanika και το Βραβείο Καβάφη. Για το µυθιστόρηµα «Ελα να πούµε ψέµατα» έχει τιµηθεί µε το βραβείο «Νίκος Θέµελης» του ηλεκτρονικού περιοδικού Αναγνώστης. Επίσης, έχει βραβευτεί για το σύνολο του έργου της με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας 2019 (Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων). Διηγήµατα και µυθιστορήµατά της έχουν µεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Σήμερα, τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη.

