
Πρόκειται για έναν θρήνο, µια νεκρώσιµη θεία λειτουργία (Requiem, από το «Requiem aeternam dona eis, Domine», δηλ. «Αιώνια ανάπαυση δώσε τους, Κύριε»), που ανέβηκε 24-30 Ιανουαρίου 2026 (διπλές παραστάσεις), γραµµένη ήδη από το 1995, ως µέρος του δίπτυχου έργου Ενός Λεπτού Σιγή, (που παρουσιάστηκε µαζί µε Τα Τραγούδια της Αµαρτίας του Μάνου Χατζιδάκι, σε ποίηση Ντ. Χριστιανόπουλου κι ένα του Γ. Χρονά, από την Οµάδα Εδάφους του Δ. Παπαϊωάννου, στο παλιό εργοστάσιο της ΔΕΗ), και αφιερωµένη σε όσους χάθηκαν από AIDS.
Μια µουσική, χορευτική και εικαστική παράσταση αφιερωµένη ουσιαστικά στον έρωτα και τον θάνατο, στη ζωή και την απώλεια, στην ορµή και την παύση, µέσα από µια -άδοξη- αιτιατή σχέση, µε το ενδιάµεσο συναίσθηµα του φόβου. Κατά τον Freud, έρωτας και θάνατος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νοµίσµατος, ενώ κατά τον Georges Bataille o έρωτας είναι η συµβολική εµπειρία θανάτου, και κατά τον Rainer Maria Rilke o έρωτας είναι εµπειρία οριακή, συγγενική µε τον θάνατο.
Το πένθιµο, ατµοσφαιρικό Requiem του Γ. Κουµεντάκη, γραµµένο για ορχήστρα εγχόρδων, τρία κλαρινέτα, δύο τροµπόνια, γυναικεία φωνή και ανδρική χορωδία, δηµιουργεί το µουσικό υπόβαθρο για τον ζωντανό καµβά των 48 γυµνών ανδρικών σωµάτων που -τόσο φυσικά και ταυτόχρονα µε τόση ακρίβεια σκηνοθετηµένα- κατρακυλούν στον θάνατο (µαύρη υπόγεια καταπακτή).
Σαν ένα ποτάµι ζωντανών-νεκρών σωµάτων, πότε αργά και πότε γρήγορα, συντονισµένων ρυθµικά στην πένθιµη δίνη της µουσικής. Ολα σε µια κυµατιστή καθοδική ροή, που αναδεικνύει την πλαστικότητα των σωµάτων, ενώ η αέναη επαναληπτικότητα από πάνω προς τα κάτω συµβολίζει τον κύκλο: ζωή έρωτας-φόβος-θάνατος. Η δε νεκρική αγκαλιά των άψυχων γυµνών σωµάτων θυµίζει αποκαθήλωση του Θείου Σώµατος, ενώ τα σιδερένια κρεβάτια (σε µια από τις σκηνές) παραπέµπουν σε φυλακή… στη φυλακή του (ελεύθερου) έρωτα.
Σκηνοθετικά και συµβολικά η µαύρη σκάλα (απ’ όπου ξεκινάει η κατάβαση), η καταπακτή (όπου στοιβάζονται τα νεκρά σώµατα) και το γυµνό σώµα, είναι οικεία σκηνογραφικά σύµβολα του Δ. Παπαϊωάννου στα έργα του• το δε κόκκινο κρασί στην αρχή της performance παραπέµπει στο αίµα και στον έρωτα που «µατώνει», στο δέσιµο ζωής και θανάτου, ενώ στην τελευταία σκηνή, που πέφτει πάνω στο νεκρό σώµα (που κείτεται στο τραπέζι), παραπέµπει στις χοές προς τους νεκρούς, και στις συµποσιακές σπονδές «τοῖς τεθνεῶσιν» (όπως στις Χοηφόρες του Αισχύλου).
Οι µελοποιηµένοι στίχοι είναι από το ποιητικό έργο Lazarus του Δηµήτρη Καπετανάκου (1912-1944), σηµαντικού Ελληνα ποιητή, που ισορροπεί ανάµεσα στον ελληνικό µεσοπολεµικό µοντερνισµό και την ευρωπαϊκή πνευµατική πρωτοπορία, σ’ επιλογή Γ. Κουµεντάκη και µετάφραση Αλέξανδρου Βεϊνόγλου (1947).
- «Η αγάπη αργεί κι όταν φτάνει δεν µιλά. Μόνο τον νεκρό τον ζωντανεύει Τον νεκρό φιλάει» (Τραγούδι για σοπράνο και χορωδία)
- «Ο χτύπος αυτός σηµαίνει θάνατο! Τον είχα ακούσει κι άλλη µια φορά πριν που φώναζα στον πυρετό µου για βοήθεια βοήθεια» (Ωδή για χορωδία)
Ο αργός, τελετουργικός ρυθµός των -πότε a capella και πότε µε τη συνοδεία ορχήστρας- τραγουδιών του µαύρου άγγελου θανάτου (σοπράνο) και της ανδρικής χορωδίας (αναφορά στον χορό της αρχαίας τραγωδίας), όπως και η επαναλαµβανόµενοι αποσπασµατικοί στίχοι µε την απόσκοµη ερµηνεία τους, σχεδόν ακυρώνουν τη φόρµα και την αίσθηση του τραγουδιού και µετατρέπουν το έργο σε επιµνηµόσυνη θρηνωδία ή λειτουργούν ως βιβλική προφητεία. Ο δε χρόνος της παράστασης βιώνεται ως επίπονη µνήµη και όχι ως συµβατική θεατρική ροή.
Η µουσική γλώσσα του Κουµεντάκη στο συγκεκριµένο έργο ανήκει ως επί το πλείστον στο νεοροµαντικό ύφος, µε αναφορές στην αναγεννησιακή χορωδιακή µουσική, κινείται σε τονικά πλαίσια, χωρίς να λείπουν ατονικά περάσµατα και διάφωνα διαστήµατα της σύγχρονης µουσικής γραφής, απαραίτητα -αισθητικά- για την επίκληση του συναισθήµατος της δυστοπίας και της τραγικότητας. Το συγκλονιστικό µουσικό θέµα της τελευταίας σκηνής (παιγµένο αρχικά από τα βιολοντσέλα και µετά απ’ όλη την ορχήστρα µε τη βασική µελωδία στα βιολιά), γίνεται ακόµη πιο σπαρακτικό µε την εικόνα των νεκρών σωµάτων και το άκουσµα του τροµακτικού κρότου από την πτώση τους, ενώ η καµπάνα ολοκληρώνει την ιερή αυτή τραγικότητα.
Οι εξαιρετικές ερµηνείες του ανδρικού χορωδιακού συνόλου ΜΕΙΖΟΝ Ensemble, υπό τη διδασκαλία του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου, της ορχήστρας (αποτελούµενης από σολίστ µουσικούς της Ορχήστρας της ΕΛΣ), της υψιφώνου Xenia Dorotova (την ηµέρα που παρακολούθησα), υπό την αριστοτεχνική διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή, συνετέλεσαν σε µια αξέχαστη µουσική, εικαστική και συναισθηµατική εµπειρία.