
Εκεί, η Φρανσουάζ, ηρωίδα που κινείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην πραγματικότητα και το εσωτερικό της τοπίο, σε παρασύρει με την ευαισθησία, την οξύτητα και την αφοπλιστική της ειλικρίνεια. Κάθε λεπτομέρεια έχει βάρος, κάθε ψίθυρος υπονοεί κάτι βαθύτερο. Ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς μια ιστορία συμμετέχει σ’ ένα υπαρξιακό ταξίδι όπου η μοναξιά, η ενοχή, η αλήθεια και η ανάγκη για λύτρωση συναντώνται σε ένα παιχνίδι φωτός και σκιάς. Το Ομπλίκ δεν το διαβάζεις· το βιώνεις. Σε διαπερνά, σε ταρακουνά και σε αναγκάζει να κοιτάξεις μέσα σου.
Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Ομπλίκ σημαίνει “λοξό βλέμμα” η γωνία από την οποία παρατηρείς τον κόσμο, όταν δεν τον αντικρίζεις ευθεία αλλά υπό κλίση. Αυτό ακριβώς κάνει και το βιβλίο: κοιτάζει την πραγματικότητα από αλλού. Με γλώσσα που ανασαίνει μεταξύ ρεαλισμού και ονείρου, ο Αλεξάκης στήνει έναν κόσμο παράλληλο, όπου το υπαρξιακό βάθος συναντά την ειρωνεία, και το σκοτάδι συνδιαλέγεται με το φως. Είναι ένα μυθιστόρημα που δεν φοβάται να κινηθεί “λοξά” να γλιστρήσει ανάμεσα στα είδη, να παντρέψει το νουάρ με τον σουρεαλισμό, το χιούμορ με τον στοχασμό.
Η πλοκή εκτυλίσσεται στο μικροσκοπικό νησί Ομπλίκ, που λειτουργεί σχεδόν ως ζωντανός οργανισμός. Παρά τη γεωγραφική του μικρότητα, γίνεται σύμπαν ολόκληρο καθρέφτης των χαρακτήρων, πεδίο δοκιμασίας και αυτογνωσίας. Οι κλειστές κοινωνικές σχέσεις, η απομόνωση, η πίεση της μνήμης και της σιωπής δημιουργούν μια ασφυκτική, αλλά βαθιά ποιητική ατμόσφαιρα. Ο τόπος εδώ δεν είναι απλώς σκηνικό: είναι ψυχική κατάσταση.

Στο επίκεντρο η Φρανσουάζ, πρώην δημοσιογράφος που έχει επιλέξει να αποσυρθεί για να βρει τη φωνή της και να συμφιλιωθεί με το παρελθόν της. Με αυθεντικότητα, ένταση και ευθραυστότητα, ενσαρκώνει τη σύγχρονη γυναίκα που αναζητά νόημα μέσα στην απομόνωση. Η μοναξιά της δεν είναι απλώς εξωτερική, αλλά υπαρξιακή· είναι η προσπάθεια να αποκαταστήσει την επαφή με την αλήθεια, να δει τη ζωή «λοξά», πέρα από τα στερεότυπα και τους φόβους. Μέσα από αυτήν, ο Αλεξάκης μιλά για την ανάγκη ελευθερίας, την ευθύνη απέναντι στον εαυτό, την αμφισβήτηση της κανονικότητας.
Η γραφή του είναι αριστοτεχνική: κινηματογραφική, πολυεπίπεδη, με ρυθμό που εναλλάσσεται ανάμεσα στο ήσυχο και το εκρηκτικό. Ο σουρεαλισμός δεν λειτουργεί ως διαφυγή, αλλά ως τρόπος να φτάσεις βαθύτερα στην πραγματικότητα. Το χιούμορ και η ειρωνεία –πάντα διακριτικά σπάνε τη μελαγχολία, κρατώντας τον αναγνώστη σε διαρκή εγρήγορση. Η γλώσσα του, πλούσια και μουσική, φέρει μέσα της το άρωμα δύο πολιτισμών: της ελληνικής ρίζας και της γαλλικής σκέψης. Αυτό το υβριδικό μείγμα προσδίδει στο έργο του έναν παγκόσμιο παλμό.
Πέρα από τη μορφή, το Ομπλίκ είναι και βαθιά κοινωνικό μυθιστόρημα. Η μοναξιά, η σιωπή, η ανάγκη επαναπροσδιορισμού, η πίεση της μνήμης και η αμφισβήτηση των κοινωνικών ρόλων διατρέχουν κάθε σελίδα. Ο Αλεξάκης δεν γράφει για να εντυπωσιάσει· γράφει για να αφυπνίσει. Με λεπτότητα και ευαισθησία, ξεσκεπάζει τις ρωγμές της εποχής μας, τις αντιφάσεις μιας κοινωνίας που έχει ξεχάσει να κοιτάζει ή κοιτάζει πάντα λάθος, όχι ομπλίκ αλλά επιφανειακά.
Συνολικά, το Ομπλίκ είναι ένα βιβλίο που δεν μοιάζει με κανένα άλλο. Τολμηρό, στοχαστικό, ποιητικό και ταυτόχρονα σκληρό, συνδυάζει την ανθρώπινη ευθραυστότητα με τη λογοτεχνική δύναμη. Ένα έργο που καθηλώνει, συγκινεί και αφήνει ανεξίτηλο αποτύπωμα. Γιατί το Ομπλίκ δεν είναι απλώς μια ιστορία είναι ένας τρόπος να δεις αλλιώς τον κόσμο. Και, μετά την τελευταία σελίδα, δεν μπορείς πια να κοιτάξεις ίσια. Μόνο λοξά.

