Πώς αρχίζει η προετοιμασία ενός βιβλίου;
Οταν η ανάγκη σου να μιλήσεις για τη ζωή παίρνει τη μορφή ηρώων που σε τραβάνε από το μανίκι. Θα συμφωνήσεις, θα διαφωνήσεις και κάπου θα καταλήξεις. Μοιράστηκα με τον εκδότη Διονύση Βαλεριάνο της ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗΣ τις σκέψεις μου και τις καλοδέχτηκε. Πολύτιμη και η ματιά της Γιώτας Γκότση, που επιμελήθηκε την έκδοση, η οποία πλαισιώθηκε από το όμορφο εξώφυλλο της Μαρίας Μανουρά, με την οποία συναντηθήκαμε και πάλι μετά το βιβλίο μου «Ο Ουρανός μιλά ελληνικά», που ευτύχησα να συμπεριληφθεί στη Βραχεία Λίστα των Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων 2024 στην κατηγορία βιβλίου γνώσεων. Τους ευχαριστώ για την άγρυπνη φροντίδα τους. Τώρα τον λόγο έχουν οι αναγνώστες.
Πώς γεννήθηκε η συλλογή «Οταν η ΑΛΦΑ συνάντησε τον ΕΨΙΛΟΝ»;
Οταν διαπίστωσα ότι οι ηρωίδες μου πάλευαν με τα ίδια διλήμματα και τις ίδιες αγωνίες, κι ας ζούσαν σε διαφορετικές εποχές, καθεμιά με τη δική της ιδιοσυγκρασία. Θαρρείς και η ζωή της μιας ζυμωνόταν μέσα στη ζωή της άλλης, μέσα από την ανάγκη τους ν’ αποδράσουν από συνθήκες στις οποίες εγκλωβίστηκαν. Η μάχη που δίνουν είναι εσωτερική· παλεύουν να βρουν τη δύναμη να κάνουν μία νέα αρχή και καθεμιά βρίσκει με τον δικό της τρόπο το «καύσιμο» για να γυρίσει σελίδα στη ζωή της. Δεν τους ενδιαφέρει να κερδίσουν την παρτίδα σε παιχνίδια εξουσίας, ούτε να επιβάλουν την παρουσία τους. Η σιωπή τους συχνά λέει περισσότερα από τις λέξεις.

Τι συνέβη «Οταν η ΑΛΦΑ συνάντησε τον ΕΨΙΛΟΝ»;
Πολλά και απροσδόκητα, γι’ αυτό και αφήνω ανοιχτό το τέλος της ιστορίας από την οποία δανείστηκε η συλλογή τον τίτλο της. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει αυτήν τη συνάντηση, αν και την αίσια έκβασή της μπορεί να μποϊκοτάρει το σποράκι του φόβου που φυτεύουν στο λογισμικό του μυαλού μας από τη μικρή μας ηλικία. Φοβόμαστε να εκτεθούμε σε συνθήκες που δεν μπορούμε να ελέγξουμε πλήρως, ενώ από την άλλη συχνά κάνουμε εκπτώσεις για να αισθανθούμε ασφαλείς· μένουμε σε σχέσεις που μας αφυδατώνουν ή αντίθετα υψώνουμε συναισθηματικά τείχη γιατί ο έξω κόσμος φαντάζει εχθρικός.
Οι ηρωίδες του βιβλίου σας είναι γυναίκες ερωτευμένες, χωρισμένες, μοναχικές. Με ποιον τρόπο αναμετρώνται με την απόγνωση και τη φθορά του χρόνου που τρέχει ασταμάτητα;
Η ζωή τους μοιάζει με την κίνηση ενός εκκρεμούς ανάμεσα σε ΝΑΙ και σε ΟΧΙ. Συχνά δεν τολμούν να τα ξεστομίσουν ή τα αντιστρέφουν λέγοντας βεβιασμένα όχι και απρόθυμα ναι. Ωστόσο, επειδή δεν απολαμβάνουν τον σεβασμό που επιθυμούν και τους αξίζει αποφασίζουν να θέσουν διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα «θέλω» και τα «πρέπει» της ζωής τους. Οπως κι εμείς· κάθε επιλογή μας είναι το αποτέλεσμα της διαλεκτικής ανάμεσα σε ΝΑΙ και ΟΧΙ, σε «θέλω» και «πρέπει». Παλεύουν ο άγγελος και ο δαίμονας μέσα μας για να καταλήξουμε σε μία ετυμηγορία και συχνά ζητάμε πίστωση χρόνου, ξεχνώντας ότι εμείς αποφασίζουμε πώς θα διαθέσουμε τον χρόνο μας.
Η πρώτη ιστορία με τίτλο «Αγκυρα στο μπαλκόνι «περιγράφει μια γυναίκα στη δύση της ζωής της, η οποία αναμετράται με το παρελθόν της. Τι έρχεται να μοιραστεί με τον αναγνώστη;
Η ηρωίδα μου έχει κάνει ανακωχή με το παρελθόν της. Αν και γλυκόπικρη η ματιά της, έχει συμφιλιωθεί με τις επιλογές της, που εν πολλοίς τις καθόρισαν οι συνθήκες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπη. Κι εμείς παλεύουμε ανάμεσα στο χθες και το αύριο· αν κάνουμε ειρήνη με τον εαυτό μας, θα βρούμε τη δύναμη να προχωρήσουμε χωρίς… σκελετούς στην ντουλάπα της μνήμης μας.
Η πρώτη βόλτα μάς δίνει κουράγιο να ελπίζουμε και να δούμε τον κόσμο διαφορετικά. Από πού αντλούμε λέτε υπομονή και αντοχές;
Καμιά φορά η ίδια η ζωή μάς αναγκάζει να βάλουμε μία άνω τελεία στο ατέλειωτο τρέξιμο που επιβάλλει η καθημερινότητα για ασήμαντα, που όμως έχουμε αναγάγει σε σημαντικά. Διαρκώς επιταχύνουμε και προσπερνάμε τη στιγμή που μπορεί να είναι πολύτιμη, εικόνες που μιλούν για τα όμορφα της ζωής· τις αγνοούμε επιδεικτικά επειδή τις θεωρούμε δεδομένες. Συνήθως ένα σημαντικό γεγονός, μία απώλεια ή ένα πρόβλημα υγείας θυμίζει τη φθαρτή μας φύση και την προσωρινότητα όσων λυσσαλέα αγωνιζόμαστε να πετύχουμε, οπότε επανεκκινούμε σοφότεροι για να προσδιορίσουμε εκ νέου τις ανάγκες και τις προτεραιότητές μας. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η ηρωίδα μου.
Η ιστορία της Μαντάμ Ανέ μας ταξιδεύει στην Ανατολή και στην Κωνσταντινούπολη. Γιατί η ΠΟΛΗ εξακολουθεί να μας μαγεύει;
Ο νόστος των Ρωμιών της Πόλης είναι ατόφιο παιδί του ομηρικού νόστου. Οι Ρωμιοί σφυρηλάτησαν και διαφύλαξαν για γενιές την ταυτότητά τους, μέσα από συλλογικότητες, που οδηγούν από το «εγώ» -πρόταγμα των εγωιστικών καιρών μας- στο πολυπόθητο εμείς, με υλικά τις κοινές ρίζες, τα βιώματα και τις αξίες τους. Οπως έχει πει η Γαλλίδα φιλόσοφος Σιμόν Βέιλ: «Το να έχεις ρίζες είναι η πιο σημαντική και παραγνωρισμένη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής». Ωστόσο, θεωρώ ότι η Κωνσταντινούπολη είναι κάτι περισσότερο από ένα τοπόσημο της Ρωμιοσύνης. Ολοι έχουμε τη δική μας Κωνσταντινούπολη. Εναν χαμένο παράδεισο που κατοικεί στο συλλογικό φαντασιακό και μας προκαλεί να αναπλάσουμε πρόσωπα, γεγονότα και περιόδους. Σε αυτό το μεταίχμιο φαντασίας και πραγματικότητας γεννήθηκε και η Μαντάμ Ανέ· πλασμένη από πραγματικές ιστορίες που πυροδότησαν τη φαντασία μου.

