
Πώς μεταμορφώνεται η αφήγηση όταν οι συνειδητοί καθρέφτες γίνονται οι πραγματικοί οδηγοί της ιστορίας;
Ξεκινώντας αυτό ειδικά το μυθιστόρημα ήθελα να το γράφω διπλή: το παιδί, η έφηβη, η νέα γυναίκα που υπήρξα και εκείνη που είμαι, με όλα τα λάθη και τα τραύματα πια εξακριβωμένα, η αφηγήτρια που τα θυμάται μαζί με τα χρόνια που πέρασαν, όταν η αποτίμηση έχει γίνει και ξέρει τι έχασε, μπορεί να αισθανθεί εκείνο το μοναδικό που υπήρξε και πάει, χάθηκε πια.
«Sans voir», να ζεις χωρίς να βλέπεις, αλλά να αισθάνεσαι κάθε χτύπο, κάθε κίνηση της ζωής. Πώς αυτή η αίσθηση του αθέατου καθοδηγεί τις επιλογές και τα πάθη των ηρώων σας;
Αγαπώ τους ήρωες με βεβαρημένο παρελθόν, εκείνους τους ανθρώπους που γεννιούνται με βαριά σκιά κι έχουν πράγματα να εκπληρώσουν ακόμα κι όταν το αγνοούν. Εξάλλου έτσι δεν γίνεται; Με εκείνο που είμαστε βαδίζουμε κι ας σκίζουμε περί ελευθερίας τα ιμάτιά μας. Ετσι «αβλεπί», «sans voir» καλούμαστε να εκτελέσουμε το πόκερ της δικής μας ζωής. Πιόνια στην τελική κι ας προσποιούμαστε τους παίκτες. Ειδικά στον έρωτα «sans voir» βαδίζουμε κατευθείαν στο σκοτεινό παθιασμένο μέλλον που ενίοτε έχει καλοσχεδιαστεί (συχνά και από άλλους) πίσω στο παρελθόν. Δηλαδή ένας ορθολογιστής αφηγητής θα ισχυριστεί ότι αυτοί οι δύο δεν θα έπρεπε να έχουν καν συναντηθεί. Ωστόσο, μια ζωή συνειδητά ή ασυνείδητα ο ένας έψαχνε τον άλλον.
Ο έρωτας στο βιβλίο μοιάζει ταυτόχρονα προκαθορισμένος και απρόβλεπτος. Πιστεύετε ότι οι σχέσεις μας είναι ένα παιχνίδι τυχαιότητας ή μια μυστική συγχορδία της μοίρας;
Είναι όλα αυτά και άλλα τόσα ασυνείδητα και συνειδητά. Ερωτευόμαστε με τον πιο βαθύ, παιδικό, σκοτεινό μας εαυτό εκείνον ή εκείνη με τον οποίο ή οποία κουμπώνουν οι πληγές μας. Δικά μας τα βήματα αλλά η έλξη από έναν δικό μας εαυτό που αγνοούμε και ωστόσο αυτός κάνει παιχνίδι, δεν βαδίζουμε για να βολευτούμε σε έναν έρωτα αλλά για να ξαναγράψουμε τα όριά μας, να λύσουμε γρίφους πανάρχαιους, να λύσουμε τον προσωπικό μας γόρδιο δεσμό. Και όλα αυτά, αν είμαστε τυχεροί να τα ζήσουμε, έχουν και ηδονή αλλά και οδύνη.

Η μνήμη στο «Sans voir» αναπνέει, τραβάει τους χαρακτήρες πίσω. Πόσο από την προσωπική σας αλήθεια κρύβεται σε αυτή τη μνήμη;
Ναι, διότι τα ζήσανε κάπως σαν υπνοβάτες. Με το σώμα περισσότερο και με την αφή. Με μια εσωτερική δύναμη που δεν επέτρεπε όταν τα ζούσαν να μη γίνεται τίποτε αβλεπί. Εζησαν αυτό τον έρωτα επειδή δεν μπορούσαν να μην τον ζήσουν και όταν πια χάθηκε και σώμα και αφή, οι εναπομείναντες, επί τω προκειμένω αυτή, για να αντέξει έπρεπε να αναλογιστεί πια τα πώς και τα γιατί. Τι ήταν εκείνο που τους έκανε να μην μπορούν να κάνουν αλλιώς. Τι έφερε τον ένα κοντά στον άλλον. Διότι είχε πια στα χέρια της και την άλλη άκρη του κουβαριού. Και χρειαζόταν αυτή τη φορά να κάνει τον μίτο της Αριάδνης «αναπόταμα», για να κατανοήσει πια την αναγκαιότητα, να συνειδητοποιήσει τελικά τη γενναιότητα και την ιερότητα της σχέσης, ως μέρη μιας εξίσωσης πια και ως εκπλήρωση ενός παλιού κρίματος ή ενός χρησμού. Να καταλάβει έπρεπε γιατί τους έβαλε δύσκολα η ζωή και τι υπήρξαν σε μεγαλύτερη κλίμακα ο ένας για τον άλλον. Βλέπετε, ακόμα και με τον ένα νεκρό, μιλάμε ωστόσο για μια σχέση ακόμα ζωντανή.
Πώς καθορίζει η έννοια του «σπιτιού» την πορεία της ηρωίδας και το πώς βιώνει τον κόσμο γύρω της;
Από παιδάκι ένα χούι είχα, να κοιτάζω μέσα από τ’ ανοιχτά παράθυρα γυρεύοντας το δικό μου που δεν το έβρισκα ούτε όταν έπαιζα ως παιδί αλλά και ούτε μεγάλη πια, όταν έστησα όπως επιθυμούσα το σπιτικό μου. Οι περισσότερες ιστορίες μου ξεκινούν συνήθως από ένα σπίτι μισογκρεμισμένο που πρέπει να αναστηθεί. Δεν είναι τυχαίο το ότι στο «Sans voir» η ηρωίδα μου φωτογραφίζει σπίτια για το περιοδικό της αναζητώντας το σπίτι της. Κι είχα τελειώσει σχεδόν με το μυθιστόρημα όταν έπεσα σε μια παλιά συνέντευξη του Αγγελόπουλου, στις ταινίες του οι περισσότεροι ήρωες επιθυμούν να επιστρέψουν, ωστόσο λέγοντας «σπίτι τους» εννοούν κάτι πιο μεγάλο κι από πατρίδα. Θέλουν να επιστρέψουν σε εκείνο το ασφαλές κομμάτι μέσα τους που το χάσανε με τα χρόνια κι αποτελεί πια τον απολεσθέντα παράδεισό τους.

