Μετά την Κρήτη, (Χανιά, Ρέθυμνο, Ιεράπετρα, Σητεία, Αγιο Νικόλαο), η παράσταση θα παρουσιαστεί από τις 23 μέχρι τις 30 Απριλίου σε έξι πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης (Δράμα, Δοξάτο, Κομοτηνή, Καβάλα, Χρυσούπολη, Ελευθερούπολη), ενώ από τις 8 μέχρι τις 15 Μαΐου σε τέσσερις πόλεις της Ηπείρου, (Ιωάννινα, Κόνιτσα, Αρτα, Πρέβεζα). Η παράσταση παρουσιάζεται με τη συμμετοχή παιδιών από την κάθε πόλη, με ελεύθερη είσοδο.
«Η πρόκληση της παράστασης είναι η δυνατότητα που προσφέρει να έρθει σε επαφή με διαφορετικό κοινό πέραν των μεγάλων αστικών κέντρων. Η επιλογή των πόλεων έγινε με αυτόν το γνώμονα», λέει στον «Ε.Τ.» ο Αλέξανδρος Μούζας, που υπογράφει τη μουσική και το λιμπρέτο. «Παρόλο τον μεγάλο βαθμό δυσκολίας που προκύπτει από τις διαφορετικές προδιαγραφές των διαφόρων θεατρικών χώρων της περιφέρειας, το κέρδος της προσέγγισής μας είναι ιδιαίτερα μεγάλο, καθώς η παράστασή μας πραγματοποιείται με τη συμμετοχή παιδιών από κάθε περιοχή, είτε ως μουσικοί, χορωδοί, αθλητές ή χορευτές. Απαιτείται μεγάλη προετοιμασία, επίπονες πρόβες και ετοιμότητα προσαρμογής στις εκάστοτε συνθήκες. Σε κάθε σχεδόν παράσταση έχουμε 15-30 διαφορετικά παιδιά από τις πόλεις που επισκεπτόμαστε, που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους σε άκρως επαγγελματικές συνθήκες».

Πώς επιτυγχάνεται ο διάλογος μουσικής και αθλητισμού μέσα από το έργο και την παράσταση;
Το μουσικό θέατρο είναι για τον συνθέτη ένα πολυεργαλείο, που του προσφέρει τη δυνατότητα να μεταφέρει αποτελεσματικά το μήνυμά του, μέσω της μουσικής, του τραγουδιού, του θεατρικού κειμένου, της κίνησης. Η μουσική έχει σχέση με τον αθλητισμό, με την έννοια του χρόνου και του ρυθμού. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές καθημερινές αθλητικές δραστηριότητες, όπως το γυμναστήριο, συνοδεύονται από μουσική, που μάλιστα σχετίζεται με τον καρδιακό παλμό του ασκούμενου. Σε κάποιο σημείο του έργου οι πρωταγωνιστές διερωτώνται μάλιστα αν πρέπει να βάλουν «κίνηση στον ρυθμό ή ρυθμό στην κίνηση».
Τι παρακολουθεί ο θεατής επί σκηνής;
Το έργο λειτουργεί σε απόλυτα ρεαλιστικό επίπεδο. Παρακολουθούμε την πορεία τριών φίλων, που στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την ανία και τη βαρεμάρα, βρίσκουν διέξοδο στον αθλητισμό. Στην πορεία αυτή δεν λείπουν τα ευτράπελα, δυσκολίες, αναπάντεχες συνθήκες, πρωτόγνωρα αθλήματα κ.λπ. Σε συνθετικό επίπεδο, η μουσική και ο λόγος δημιουργούν ένα ενεργητικό ηχητικό περιβάλλον που προέρχεται από τον συνδυασμό των μουσικών οργάνων επί σκηνής, των σολιστικών φωνών, της χορωδίας και τη χρήση μοντέρνων τεχνικών της μουσικής τεχνολογίας.
Ποια είναι η σχέση, πιστεύετε, του σύγχρονου νέου και νέας με την άθληση;
Νομίζω ότι στην ελληνική πραγματικότητα θα βρούμε κάθε εκδοχή βιωματικής εμπειρίας με τον αθλητισμό: καλή, κακή, αποτυχημένη ή ανεκπλήρωτη. Οι λόγοι είναι πολλοί: Είτε γιατί δεν μας δόθηκε η ευκαιρία είτε γιατί δεν βρήκαμε υποστήριξη είτε η ιδιοσυγκρασία μας ήταν μακριά από την κινητική δράση είτε γιατί οι υποχρεώσεις και οι προτεραιότητες σε κάποιο στάδιο της ζωής μας δεν μας επέτρεψαν να συνεχίσουμε. Νομίζω ότι όλοι θα ταυτιστούν με κάποιο κομμάτι του έργου.
«Η μουσική γυμνάζει τον εσωτερικό μας κόσμο»
Από την πλευρά της η Αννα-Μόσχα Καμπόσου, που υπογράφει τη σκηνοθεσία, τη σκηνική και ενδυματολογική επιμέλεια, λέει στον «Ε.Τ.»: «Η πρόκληση και ο συνδυασμός των δύο κόσμων του έργου αποκτά ενδιαφέρον με τη σκέψη και μόνο της συνύπαρξης. Από τη μια η μουσική που δημιουργεί πλήθος συναισθημάτων, ποικίλες εικόνες και, από την άλλη ο αθλητισμός, που ανεβάζει παλμούς, δίνει ώθηση και δύναμη στην καθημερινότητα. Η μουσική γυμνάζει τον εσωτερικό μας κόσμο, την ψυχή, ενώ ο αθλητισμός το σώμα.
Στη σκηνή προσπαθούμε να δώσουμε αυτόν τον συνδυασμό με τρόπο χαριτωμένο, απόλυτα αρμονικό. Ο ρεαλισμός της σκηνοθετικής ματιάς δημιουργεί εκείνα τα κωμικά στιγμιότυπα που ο καθένας μας ζει καθημερινά. Στους τρεις εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες του έργου ο θεατής θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τον εαυτό του. Το συγκινησιακό κομμάτι της παράστασης, που βγαίνει προς το τέλος του έργου, σίγουρα μας αφορά όλους και σχετίζεται με μια ανάμνηση των παιδικών μας χρόνων».