
Εκατό θραύσματα ζωής, εκατό μικροϊστορίες, συνθέτουν ένα πολυφωνικό τοπίο ανάμεσα στην αυτοβιογραφία και τη μυθοπλασία. Με γλώσσα υπαινικτική και στοχαστική, ο συγγραφέας αναμετριέται με τους αθέατους «ενοίκους» του εαυτού και της Ιστορίας, επιχειρώντας μια δύσκολη συμφιλίωση. Το έργο, που ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία γύρω από την απώλεια, δεν διαβάζεται γραμμικά, βιώνεται ως εσωτερική περιπλάνηση, όπου κάθε μεσοτοιχία κρύβει μια νέα ρωγμή, αλλά και μια πιθανή διέξοδο.
Στις «Μεσοτοιχίες», η έννοια του «δωματίου» λειτουργεί ως βασικό αφηγηματικό εργαλείο. Είναι τελικά ένας χώρος μνήμης ή ένας τρόπος να διαχειριστείτε την απώλεια;
Αμφότερα. Διαδοχικός, αρθρωτός, σπονδυλωτός χώρος μνήμης και ταυτόχρονα κάτοπτρο ανακούφισης από την αποξένωση, τον αποχωρισμό, την απώλεια. Ετσι κι αλλιώς, «μεσοτοιχίες» είναι αυτά που χωρίζουν αυτά που δεν χωρίζονται, αλλά κι αυτά που ενώνουν αυτά που δεν ενώνονται. Ολοι ζούμε, ανά εποχές, σε διάφορες μεσοτοιχίες: υπαρξιακές, πολιτικές, αφροδισιακές, πένθιμες, ενύπνιες.
Εδώ τα εκατό δωμάτια ανακεφαλαιώνουν τις «μεσοτοιχίες» της ζωής μου, εντός κι εκτός σελίδας. Ζώντες και τεθνεώτες από τη συλλογική και ατομική μνήμη, πρόσωπα της καθημερινότητας, αλλά και της μυθοπλασίας μου. Ο αναγνώστης καλείται να διασχίσει αθόρυβα, δηλαδή να διαπεράσει σαν φάντασμα, αυτά τα εκατό δωμάτια/ιστορίες. Ολο και σε κάποιο δωμάτιο θα σκαλώσει, θα αναχαιτιστεί, θα καθηλωθεί μέχρι να φτάσει (αν φτάσει) ως το τέλος.
Στο βιβλίο σας μπλέκεται συνεχώς το βίωμα με τη μυθοπλασία. Για εσάς πού βρίσκεται το όριο ανάμεσά τους;
Ο συγγραφέας δεν έχει εαυτό, έχει εαυτότητες, εξ ου και μπαίνει και βγαίνει σε εποχές, σε σεξουαλικότητες, σε φρονήματα, σε θρησκείες, σε ιδιοσυγκρασίες. Είναι ένας μίμος φωνών και ψυχών. Εθίζεται στο να δεξιώνεται το ξένο ως οικείο και το αντίστροφο. Αυτά αποτελούν τα προκαταρκτικά για έναν συγγραφέα. Αυτό που γράφει δεξιώνεται το ξένο ως οικείο, επινοεί αυτά που έχει ζήσει, ειδαλλιώς γράφει για τον ιδιωτικό του μικρόκοσμο ή επαγγέλλεται έναν μακρόκοσμο εφήμερο, καταγγελτικό, μανιχαϊστικό. Οτιδήποτε είναι κατάσαρκο είναι και διαπροσωπικό, συλλογικό, οικουμενικό, άρα αν το αφηγηθείς εκ των έσω αφορά τον πλησίον, τον έτερο. Η αυτοβιογραφία από καταβολής αφήγησης βαφτίζεται στην ετερότητα, τότε μόνο πιάνεις τη ρίζα της αυθεντικότητας, του καθ’ αυτού λόγου.

Οι «αθέατοι συγκάτοικοι» που εμφανίζονται στο έργο είναι πρόσωπα του παρελθόντος ή πτυχές του ίδιου του συγγραφικού εαυτού;
Αλλοτε μόνο πρόσωπα ατόφια ή παραλλαγμένα, άλλοτε σωσίες ή καθρεφτίσματα σε ριζικές εμμονές, όπως το σκοτάδι, η μορφή της μητέρας ή του πατέρα, ο ζωομορφισμός, φαντασμαγορική βεντάλια του πένθους, το παιχνίδι του πόνου και της απόλαυσης κ.ά. Και «αθέατοι συγκάτοικοι» είναι όλοι αυτοί που πεθαίνουν πραγματικά ή συμβολικά, αλλά συνεχίζουν να μας επισκέπτονται και να κουρδίζουν την καθημερινότητά μας, τα όνειρά μας, τις σκέψεις και τις πράξεις μας σε μια υπαρξιακή παρτιτούρα. Πολλά από αυτά τα πρόσωπα τα αποσιωπούμε, τα απωθούμε, τα αγνοούμε, αυτά όμως είναι επίμονα και διεκδικούν πράγματα, χρόνο και χώρο από εμάς. Ζούμε, συνειδητά ή ερήμην, παράλληλα.
Η τριλογία που ολοκληρώνεται με αυτό το βιβλίο καταπιάνεται με την απώλεια. Πιστεύετε ότι η γραφή μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη συμφιλίωσης ή είναι μια διαρκής υπενθύμιση του τραύματος;
Η γραφή λειτουργεί ποικίλα. Αλλοτε ερεθίζει το τραύμα και το θεραπεύει διά της ομοιοπαθητικής κι άλλοτε το ερεθίζει για να το ερεθίσει, καθώς ο πόνος τη βαθαίνει και την ωριμάζει. Αλλοτε πάλι προσπαθεί να κατευνάσει την ένταση, το βάθος του τραύματος και να το αποπροσανατολίσει, για να χαλαρώσει το τραύμα και να επουλωθεί. Τα τρία αυτά βιβλία, ως έναν βαθμό, ομότροπα και ομοθεματικά, άλλοτε ψιθυρίζουν κι άλλοτε κραυγάζουν στον αναγνώστη: «Σήμερα υπάρχεις, αύριο δεν υπάρχεις». Εξ ου και το μότο του Πίντερ στην αρχή: «Αυτά που έχω να σου πω δεν θα ειπωθούν ποτέ».
Μέσα από αυτά τα τρία βιβλία, γραμμένα την τριετία (2022-2025), προσπάθησα να μιλήσω για τις ατομικές και συλλογικές απώλειες, τις φανερές και μύχιες, τις ομολογημένες και ανομολόγητες. Αυτό το ζέον υλικό προσπάθησα να το αρχειοθετήσω και να το παρουσιάσω άλλοτε ως φάρσα, άλλοτε ως παραμιλητό, άλλοτε ως στιχομυθία, άλλοτε ως τεκμήριο, άλλοτε ως κειμενική παραπομπή, άλλοτε ως παραμύθι. Φιλοδοξία μου είναι μέσα από αυτές τις τρεις υβριδικές συλλογές διηγημάτων να συγκροτήσω μια ποιητική, έναν μηχανισμό της απώλειας.

