«Έναν συμπολίτη μας που αφήνει ανεξίτηλο το στίγμα του στην Ιστορία της Θεσσαλονίκης μας αλλά και συνολικά στην ελληνική Ιστορία. Αφενός διότι ο ίδιος ήταν ένας από τους Εβραίους πολίτες της Θεσσαλονίκης που επέβαιναν στο πρώτο τρένο που αναχώρησε από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης στις 15 Μαρτίου 1943 για το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και κατάφερε να επιβιώσει και να επιστρέψει.
Αφετέρου διότι αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην ιστορική καταγραφή του Ολοκαυτώματος και των φρικαλεοτήτων που υπέστησαν οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, ενώ παράλληλα συνέχισε με ευσυνειδησία και ακεραιότητα την εμπορική δραστηριότητα της οικογένειάς του. Τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια στην οικογένεια και τους οικείους του», τονίζει ο κ. Γκιουλέκας.

Ποιος ήταν ο Χάιντς Κούνιο
Ο επιζών του Άουσβιτς Χάιντς Κούνιο, πέθανε σε ηλικία 99 ετών, αφήνοντας μια σημαντική ιστορική μαρτυρία ζωής. Η κηδεία του θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 17 Απριλίου, στις 14:00, στο εβραϊκό νεκροταφείο.
Σε ηλικία μόλις 15 ετών, τον Μάρτιο του 1943, εκτοπίστηκε στο Άουσβιτς με την πρώτη αποστολή Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη. Θυμόταν χαρακτηριστικά τις δραματικές στιγμές της σύλληψης, όταν μέσα στη νύχτα ακούστηκαν φωνές «ανοίξτε» και «κατεβείτε». Το τρένο ήταν γεμάτο κυρίως από φτωχούς λιμενεργάτες που μιλούσαν λαντίνο. Όταν οι Γερμανοί ζήτησαν να προχωρήσουν όσοι γνώριζαν γερμανικά, μόνο τέσσερα άτομα ανταποκρίθηκαν: τα μέλη της οικογένειας Κούνιο. Όπως είχε τονίσει, η γνώση της γλώσσας, που τους δίδαξε η μητέρα του, αποδείχθηκε καθοριστική για την επιβίωσή τους. Στο στρατόπεδο του αποδόθηκε ο αριθμός 109565. «Αν δεν ξέραμε γερμανικά κι αν δεν είχαμε φτάσει πρώτοι, δεν θα ζούσαμε», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του το 2017.
Μαρτυρία και μνήμη
Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άουσβιτς, υποδέχτηκε και τις δεκαεννέα αποστολές τρένων που έφταναν από τη Θεσσαλονίκη, βλέποντας να καταφθάνουν γνωστοί, φίλοι και συμπολίτες του. Όπως περιέγραφε, προσπαθούσαν να τους προειδοποιήσουν χαμηλόφωνα να μην αντιδρούν, γνωρίζοντας ήδη τι τους περίμενε.
Με συγκλονιστικές εικόνες, θυμόταν τις καμινάδες του Άουσβιτς-Μπιρκενάου που «ξερνούσαν φωτιά και λευκό καπνό» τη νύχτα. «Έσφιγγα τα δόντια, γιατί ήθελα να σωθώ και να μιλήσω», είχε πει.
Μέχρι το τέλος της ζωής του εξέφραζε την αγωνία του για το ποιος θα συνεχίσει να μεταφέρει τη μαρτυρία όταν οι επιζώντες εκλείψουν. «Τα τραγικά γεγονότα οι άνθρωποι έχουν την τάση να τα ξεχνούν», τόνιζε, υπογραμμίζοντας τη σημασία της μνήμης και της μαρτυρίας.
Ο ίδιος πίστευε πως το ουσιαστικότερο μήνυμα ζωής είναι «να αγαπάς τον άλλον, να μιλάς για όσα άδικα βλέπεις και να προσφέρεις στην κοινωνία».

