
Στο πρόσφατο δυστοπικό μυθιστόρημα «Οι ανάξιες», η Μπαστερρίκα ανατρέπει παραδοσιακές αφηγήσεις για εξουσία, θρησκεία και την επιβίωση της ψυχής σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο.
Στο «Οι ανάξιες» παρουσιάζετε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες ζουν υπό απόλυτη εξουσία και βία. Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε να εστιάσετε σε έναν τόσο ακραίο και μετα-αποκαλυπτικό θρησκευτικό θεσμό;
Ο σπόρος του μυθιστορήματος γεννήθηκε το 2018. Τότε ταξίδεψα στην Εκθεση Βιβλίου στο Κούσκο του Περού και επισκέφθηκα το Μοναστήρι της Σάντα Καταλίνα. Εκεί φυλάσσεται μια συλλογή κουσκενικής τέχνης που με εντυπωσίασε. Στη συλλογή αυτή υπήρχε ένα είδος εικονογραφίας με τους «αγγέλους αρκαβουθέτες» και πήγα να τους δω γιατί μου αρέσουν πολύ.
Ημουν η μόνη τουρίστρια. Το μοναστήρι είχε μια δυσοίωνη ατμόσφαιρα. Θυμάμαι μια αίθουσα, μια φιγούρα που με τρόμαξε. Νόμιζα ότι ήταν μια μοναχή που προσευχόταν, αλλά ήταν ομοίωμα. Οταν επέστρεψα στο ξενοδοχείο, η ιδέα ήρθε αυθόρμητα: να γράψω για ένα μοναστήρι και να το συνδυάσω με την περίοδο που φοιτούσα σε γερμανικό σχολείο καλογραιών. Εκεί κήρυτταν την αγάπη προς τον πλησίον, αλλά η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Η ιδεολογική δομή ήταν καταπιεστική. Ησουν πάντα υπό επιτήρηση από έναν εκδικητικό Θεό, από τις συμμαθήτριες, τις δασκάλες, τις μοναχές. Παρότι τελικά έγραψα για μια αίρεση σε έναν κατεστραμμένο κόσμο, η βάση είναι η προσωπική μου εμπειρία.

Η αφήγηση μέσα από το ημερολόγιο της πρωταγωνίστριας είναι βαθιά εσωτερική και προσωπική. Πώς επιλέξατε αυτή τη μορφή αφήγησης;
Μου αρέσει πολύ αυτή η ερώτηση, γιατί λέω συχνά ότι όλα τα θέματα έχουν ήδη γραφτεί, δεν υπάρχει πρωτοτυπία με αυτή την έννοια. Αυτό που μπορεί να θεωρηθεί καινούργιο είναι ο τρόπος αφήγησης και μια θεμελιώδης επιλογή είναι εκείνη του αφηγητή. Για παράδειγμα, το «Tender Is the Flesh» είναι γραμμένο με χειρουργικό ύφος, γιατί θέλω να πληγώσω τον αναγνώστη με τις λέξεις. Οι «Ανάξιες» έχουν ποιητικό ύφος, γιατί θέλω να τυλίξω τον αναγνώστη με την ομορφιά της ποίησης. Η αφηγήτρια που κρατάει ημερολόγιο προέκυψε ξαφνικά και η μορφή αυτή αποδείχθηκε αποτελεσματική. Στο ημερολόγιο σβήνει φράσεις, διακόπτει λέξεις και ξαναγράφει. Αυτή η διαδικασία κάνει το κείμενο πιο ζωντανό.
Το έργο σας συχνά συνδέει φεμινιστικά θέματα με στοιχειώδη ανθρωπισμό και σκληρές πραγματικότητες. Πώς βλέπετε τη σχέση ανάμεσα στη δυστοπία και στη σύγχρονη κοινωνική κριτική;
Γιατί η πραγματικότητα πολλών γυναικών είναι δυστοπική. Προσπαθώ να καταλάβω πώς ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε απόλυτα άκρα βίας και να τα δικαιολογεί, να τα φυσικοποιεί και να τα επιβάλλει. Στη Λατινική Αμερική δολοφονούνται 17 γυναίκες την ημέρα λόγω έμφυλης βίας. Είναι μια αργή και επίμονη γενοκτονία, κι όμως έχει κανονικοποιηθεί· και ενώ βρισκόμαστε στο 2026, πρέπει ακόμη να εξηγούμε ότι θέλουμε να σταματήσουν να μας βιάζουν και να μας σκοτώνουν.
Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν να το αγνοούν, άλλοι το δικαιολογούν, άλλοι κατηγορούν τα θύματα και άλλοι ωφελούνται χωρίς συνέπειες. Σε αυτή τη χρόνια γενοκτονία προστίθενται πολλές μορφές βίας. Οχι μόνο στη δική μου ήπειρο οι γυναίκες ζούμε μια δομική και συστηματική βία. Στην Ευρώπη, στη Γερμανία και την Ιταλία, εντοπίστηκαν ομάδες με δεκάδες χιλιάδες μέλη (70.000 και 30.000), όπου στη μία αντάλλασσαν «συμβουλές» για το πώς να βιάζουν γυναίκες και στην άλλη ιδιωτικές φωτογραφίες συντρόφων. Δεν είναι φρικτό; Και σε όλα αυτά προστίθεται το σωματικό, συναισθηματικό και ψυχικό φορτίο δισεκατομμυρίων γυναικών που εργάζονται, στηρίζουν οικονομικά τα παιδιά τους, κάνουν όλες τις δουλειές του σπιτιού και λαμβάνουν μόνο περιφρόνηση όταν δεν εκτελούν αυτά τα καθήκοντα υποτακτικά και σιωπηλά. Μας απαιτούν να είμαστε αιώνια νέες, αδύνατες, με «κανονική» ομορφιά. Δεν είναι αδύνατο, εξαντλητικό και άδικο; Για όλα αυτά και για πολλά ακόμη γράφω.
Ποιος είναι ο προσωπικός σας στόχος όταν γράφετε για τόσο ακραίες ανθρώπινες εμπειρίες;
Προσωπικός μου στόχος, πρώτα απ’ όλα, είναι να προσπαθώ να γράψω το καλύτερο μυθιστόρημα που μπορώ εκείνη τη στιγμή, με τα εργαλεία που διαθέτω. Δεν προσπαθώ να γράφω μυθιστορήματα με ηθικά μηνύματα, ούτε να κατακτήσω το μυαλό των αναγνωστών. Με ενδιαφέρει κάθε αναγνώστης να βγάζει τα δικά του συμπεράσματα. Φυσικά, δουλεύω πάνω σε θέματα που με αγγίζουν, με πονάνε, μου φαίνονται άδικα και τότε φτάνω στα άκρα, εφόσον αυτό λειτουργεί λογοτεχνικά. Δουλεύω μόνο βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα. Ο κόσμος είναι γεμάτος αιρέσεις και εγώ απλώς οδηγώ ό,τι συμβαίνει σε ένα άκρο που μοιάζει σχεδόν φανταστικό, αλλά δεν είναι. Ολα όσα γράφω θα μπορούσαν να συμβούν, αν δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες.
Η πιο τρομακτική περίπτωση είναι η εξής: Δημοσίευσα το «Tender Is the Flesh» το 2017 και στο βιβλίο υπάρχει μια σκηνή σε κυνηγετικό καταφύγιο όπου το θήραμα είναι άνθρωπος. Το 2025 μάθαμε ότι εκατομμυριούχοι ελεύθεροι σκοπευτές πήγαιναν τα Σαββατοκύριακα να σκοτώνουν ανθρώπους στο Σαράγεβο, για διασκέδαση. Κανένας από αυτούς τους δολοφόνους δεν συνελήφθη – ήταν μια σφαγή επιτρεπτή από ανθρώπους με εξουσία. Γνώριζα για το Σαράγεβο πριν το 2025; Οχι. Αλλά ξέρω ότι ο άνθρωπος είναι ικανός για αυτή τη φρίκη και για πολύ περισσότερα.

