Τα κόμματα και οι θεσμικοί φορείς εντός Ελλάδας περιμένουν τις ειδικές επιτροπές που συστάθηκαν για το θέμα να διαμορφώσουν την πρόταση της κυβέρνησης, πριν τοποθετηθούν επί της ουσίας. Ωστόσο, δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι ένα τέτοιο μέτρο ή θα περάσει μόνο με τις ψήφους της κυβέρνησης ή ακόμη και αν έχει τη συναίνεση μέρους της αντιπολίτευσης, δεν θα εφαρμοστεί ποτέ στην πράξη.
Επίσημο όριο
Ωστόσο, οι πληροφορίες θέλουν το μέτρο αυτό να έρχεται τώρα, βάζοντας επίσημο όριο σε δημοσιονομικούς κινδύνους, οι οποίοι προκύπτουν είτε από δικαστικές προσφυγές κάθε είδους είτε από μια πιθανή ριζική αλλαγή οικονομικής πολιτικής από κάποια μελλοντική κυβέρνηση. Κάτι τέτοιο θεωρείται ότι θα καθησυχάσει περαιτέρω τους εταίρους μας στην Ε.Ε. αλλά και τους οίκους αξιολόγησης που παρακολουθούν από κοντά την πορεία της οικονομίας.
Πιο πρόσφατο παράδειγμα δικαστικής απόφασης, η οποία δημιουργεί μια υποχρέωση για το Δημόσιο που δεν ήταν προγραμματισμένη, είναι αυτή που αφορά τον τοκισμό για τα δάνεια που ρυθμίστηκαν με τον νόμο Κατσέλη. Ο τοκισμός με τον μήνα που επιβάλλει ο Αρειος Πάγος ενεργοποιεί 1 δισ. ευρώ από τα συνολικά 17,6 δισ. ευρώ που έχει δώσει ως εγγυήσεις το Δημόσιο για το πρόγραμμα «Ηρακλής».
Πηγές του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών (ΥΠΕΘΟ) δεν κρύβουν ότι βασικός στόχος ενός «φρένου χρέους» σε ελληνική έκδοση είναι να αντιμετωπιστεί κυρίως η λεγόμενη «εισοδηματική πολιτική μέσω δικαστηρίων». Αναδρομικές διεκδικήσεις για περικοπές μισθών και συντάξεων (κύριων και επικουρικών) ή ακόμη και επιδομάτων που καταβάλλονται για συγκεκριμένους λόγους σε όσους έχουν κάποια ειδικά καθήκοντα και διεκδικούνται από το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων. Οταν κάποια ομάδα εργαζομένων εξασφαλίζει θετική δικαστική απόφαση, ακολουθούν πολλές άλλες -για το ίδιο ή παραπλήσια θέματα- μεγαλώνοντας και τον κίνδυνο για απρογραμμάτιστες δαπάνες. Το φαινόμενο αυτό ήταν αρκετά συχνό στα χρόνια μετά το τέλος του τρίτου μνημονίου, δημιουργώντας δυσκολίες στην προσπάθεια μείωσης του χρέους, που αποτελεί στρατηγικό στόχο της οικονομικής πολιτικής.
Διαφορές
Από την άλλη βέβαια, το ελληνικό δημοσιονομικό φρένο δεν μπορεί να θυμίζει το αντίστοιχο αλλά πολύ πιο σκληρό γερμανικό «φρένο χρέους», καθώς η Ελλάδα πασχίζει ακόμη να αφήσει πίσω τις συνέπειες της πολυετούς οικονομικής κρίσης.
Τούτο, με δεδομένο ότι παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η Ελλάδα συνεχίζει να έχει παραγωγικό κενό, το οποίο θα πρέπει να καλυφθεί το ταχύτερο δυνατό, τόσο με ιδιωτικές όσο και με δημόσιες επενδύσεις. Για τον λόγο αυτό, το Δημόσιο θα πρέπει να συνεχίσει να διαθέτει πόρους ανάλογους με αυτούς που διαθέτει σήμερα (περίπου 3,5 δισ. ευρώ τον χρόνο) για έργα εθνικής προτεραιότητας. Στην κατεύθυνση αυτή, η Ελλάδα (μαζί με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε.) θα πρέπει να μπορεί να ανταποκρίνεται στις αυξημένες ανάγκες δημοσίων επενδύσεων για άμυνα, καθαρή ενέργεια, έρευνα και τεχνολογία.
Θα πρέπει, επίσης, να διευκολύνει τη σύγκλιση των εισοδημάτων με αυτά του μέσου όρου της Ε.Ε., από τα οποία η Ελλάδα απέχει περίπου 30%. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να συνεχιστούν οι αλλαγές στη φορολογία για να γίνει πιο απλή και δίκαιη, να αποκατασταθούν και να ενισχυθούν οι δομές της κοινωνικής πρόνοιας, οι οποίες εκτός από τις πάγιες ελλείψεις έχουν υποστεί μεγάλο πλήγμα από την πολυετή κρίση.
Κανόνες
Η Ελλάδα, όπως και οι άλλες χώρες της Ε.Ε., έχει ήδη αποδεχθεί και ενσωματώσει στο δίκαιό της τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ το 2024, φέρνοντας στον προσκήνιο τον «κόφτη δαπανών». Συγκεκριμένα, στο τετραετές δημοσιονομικό πλάνο συμφωνούνται με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα ετήσια όρια αύξησης καθαρών πρωτογενών δαπανών, τα οποία δεν μπορούν να αλλάξουν εκ των υστέρων. Με τους νέους κανόνες τα υπερπλεονάσματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μέτρα ελάφρυνσης ή άλλου είδους δαπάνες, αν έχουμε φτάσει την οροφή αύξησης δαπανών.
Ωστόσο, οι νέοι κανόνες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο επαναδιαπραγμάτευσης των ορίων δαπανών αλλά και των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων που θα πρέπει να υλοποιήσει η χώρα, αν αλλάξει η κυβέρνηση. Αυτό υποδεικνύει την ανάγκη η Ελλάδα να καθησυχάσει εταίρους και αγορές ότι θα μπει φραγμός ώστε να μην μπορεί καμία μελλοντική κυβέρνηση να ανατρέψει τη σταθερή πορεία μείωσης του χρέους, την οποία έχει εξασφαλίσει η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική.
Δέσμευση
Επίσης, θα πρέπει να ορίζονται σαφώς σε περίπτωση κρίσης λόγω ανωτέρας βίας (όπως η οικονομική κρίση που προκάλεσε ο κορονοϊός) τα βήματα και το χρονοδιάγραμμα επαναφοράς της οικονομίας σε τροχιά ανάπτυξης. Τούτο για να δεσμεύονται και οι μελλοντικές κυβερνήσεις σε ένα σχέδιο ανάκαμψης το οποίο θα έχουν την ευκαιρία να το συνδιαμορφώσουν και τα κόμματα της αντιπολίτευσης στον διάλογο που θα προηγηθεί.
Ο στόχος είναι η «ρήτρα δημοσιονομικής σταθερότητας», που θέλει να κυρώσει και συνταγματικά η κυβέρνηση, να διατηρεί τη συνεπή δημοσιονομική πολιτική στο διηνεκές ώστε το ελληνικό χρέος να μειωθεί κάτω από το 60% του ΑΕΠ μόλις αποπληρωθεί το σύνολο των δανείων που έλαβε η χώρα από τα τρία προγράμματα διάσωσης που εφάρμοσε την περίοδο 2010-2018.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Γιατί έχει ανασταλεί τώρα
Πάντως στη Γερμανία, τη χώρα που έκανε διάσημο αυτό τον θεσμό στην Ευρώπη, το λεγόμενο «φρένο χρέους» έχει ανασταλεί προς το παρόν ώστε να γίνουν επενδύσεις και να ξεφύγει η οικονομία από την οικονομική στασιμότητα, στην οποία μπήκε μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας όταν έχασε την πρόσβαση στο φθηνό φυσικό αέριο της Ρωσίας.
Από το 2009 που μπήκε στο γερμανικό σύνταγμα η ρήτρα, ότι το διαρθρωτικό έλλειμμα δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 0,35% του ΑΕΠ, η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, παρά τις υψηλές εξαγωγές της, έχει περάσει και δύσκολες καταστάσεις. Η απαράβατη αρχή των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών οδήγησε σε εκθέσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τη Γερμανία, στις οποίες το Ταμείο έκανε έκκληση στην κυβέρνηση του Βερολίνου να προχωρήσει σε δημόσιες επενδύσεις ώστε η οικονομία να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο της χαμηλής ανάπτυξης.
Πρόβλημα
Σε ό,τι αφορά τις πολύ επίκαιρες σήμερα αμυντικές δαπάνες, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και πρώην υπουργός Αμυνας της Γερμανίας, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είχε τεράστιο πρόβλημα με τα κονδύλια του προϋπολογισμού. Αυτή την τεράστια υστέρηση στον τομέα της άμυνας προσπαθεί να καλύψει η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς με το πακέτο 500 δισ. ευρώ που ανακοίνωσε το 2025. Ολα αυτά εκτυλίσσονταν ενώ η Γερμανία είχε σε ετήσια βάση μεγάλα πρωτογενή και δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξης του 2,5% του ΑΕΠ, ενώ το χρέος παρέμενε κάτω από το 60% του ΑΕΠ, ποσοστό το οποίο ξεπέρασε μόνο κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Στην Αμερική το όριο δανεισμού είναι μια πιο ελαφριά εκδοχή της γερμανικής συνταγής, αφού το όριο που τίθεται κάθε χρόνο τελικά αυξάνεται στο τέλος του χρόνου μετά από διαπραγμάτευση μεταξύ ρεπουμπλικάνων και δημοκρατικών.

