Από τα τέλη Φεβρουαρίου, περισσότερες από 500 επιθέσεις φέρονται να έχουν πραγματοποιηθεί εναντίον στόχων στο εσωτερικό του Ιράκ ή έχουν εξαπολυθεί από το ιρακινό έδαφος προς περιφερειακούς παράγοντες. Η πλειοψηφία έχει αποδοθεί σε σιιτικές ένοπλες παρατάξεις που ευθυγραμμίζονται με το Ιράν, με ορισμένες επιχειρήσεις να προέρχονται απευθείας από το ιρανικό έδαφος.
Οι στόχοι περιλαμβάνουν στρατιωτικές και διπλωματικές εγκαταστάσεις της Βαγδάτης και της Ερμπίλ, θέσεις των Κούρδων Πεσμεργκά, μη στρατιωτικές υποδομές, όπως κοιτάσματα πετρελαίου και ξενοδοχεία, ιρανικές κουρδικές ομάδες, ενώ στο στόχασαστρο μπαίνουν ευρωπαϊκές διπλωματικές και στρατιωτικές θέσεις.
Το σωρευτικό αποτέλεσμα είναι να τραβήξουν το Ιράκ βαθύτερα σε μια αντιπαράθεση που δεν είναι δική του. Σε απάντηση, η συμμαχία ΗΠΑ-Ισραήλ έχει πραγματοποιήσει μια διευρυνόμενη σειρά αεροπορικών επιδρομών με στόχο τις υποδομές και την ηγεσία μαχητικών ομάδων εντός των Δυνάμεων Λαϊκής Κινητοποίησης (PMF), ένα νομικά αναγνωρισμένο στοιχείο του μηχανισμού ασφαλείας του Ιράκ.
Η ευθύνη για τις επιθέσεις της πολιτοφυλακής έχει υποστηριχθεί υπό τη σημαία της «Ισλαμικής Αντίστασης στο Ιράκ», μια ετικέτα-ομπρέλα που χρησιμοποιείται από μαχητικές ομάδες ευθυγραμμισμένων με το Ιράν που δρουν σε όλη την περιοχή.
Ωστόσο, αυτά τα ονόματα λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως «βιτρίνα» και όχι ως διακριτές επιχειρησιακές οντότητες.
Στην πράξη, οι επιθέσεις είναι ευρέως κατανοητό ότι πραγματοποιούνται από καθιερωμένες φατρίες PMF με σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες. Αυτές περιλαμβάνουν τους Kata’ib Hezbollah, Kata’ib Sayyid al-Shuhada, Harakat al-Nujaba και άλλους.
Αυτές οι ομάδες ενσωματώνονται επίσημα στη δομή των PMF ως ταξιαρχίες, λαμβάνοντας κρατικούς μισθούς, χρηματοδότηση και νομικό καθεστώς. Ταυτόχρονα, διατηρούν ανεξάρτητες δομές διοίκησης και εξωτερικές γραμμές υποστήριξης, ιδιαίτερα από το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν (IRGC).
Οι ίδιες οι Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης (PMF), είναι ένα μεγάλο και ετερογενές ίδρυμα, που περιλαμβάνει περίπου 60 έως 70 ταξιαρχίες και περίπου 230.000 άτομα προσωπικό, με ετήσιο προϋπολογισμό που εκτιμάται σε περίπου 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Ενώ ορισμένες μονάδες – όπως σχηματισμοί που συνδέονται με σιιτικά ιερά- λειτουργούν κυρίως μέσα σε ένα εθνικό πλαίσιο, η βασική ηγεσία και η επιχειρησιακή ικανότητα των PMF παραμένει συγκεντρωμένη μεταξύ των φιλο-ιρανικών παρατάξεων.
Αυτές οι ομάδες διαθέτουν επίσης δυνατότητες πέρα από τη συμβατική δραστηριότητα της πολιτοφυλακής. Ορισμένες διατηρούν αυτόχθονες εγκαταστάσεις παραγωγής μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων, υποστηριζόμενες από ιρανική εμπειρογνωμοσύνη, σε τοποθεσίες όπως το Jurf al-Sakhr στο νοτιοδυτικό Ιράκ.
Πολιτικά, αυτές οι φατρίες έχουν εδραιωθεί στους κυβερνητικούς θεσμούς του Ιράκ. Από τις εκλογές του 2018, αρκετές ομάδες που συνδέονται με την πολιτοφυλακή έχουν επεκτείνει την παρουσία τους στο κοινοβούλιο και στα βασικά υπουργεία, εδραιώνοντας την επιρροή τόσο στην πολιτική, όσο και στην κατανομή πόρων.
Η συμμετοχή των ιρακινών πολιτοφυλακών εξυπηρετεί πολλαπλούς σκοπούς: Σηματοδοτεί την ευθυγράμμιση με το Ιράν, επιβάλλει κόστος στις αμερικανικές δυνάμεις με στόχο να τις αναγκάσει τελικά να εγκαταλείψουν το Ιράκ, σπέρνει το χάος και την αναστάτωση στο Ιράκ και την ευρύτερη περιοχή και εισάγει αστάθεια στις αγορές ενέργειας, οι οποίες παραμένουν ίσως ο κεντρικός μοχλός στον στρατηγικό λογισμό του Ιράν στον τρέχοντα πόλεμο.
Αυτές οι ομάδες συμβάλλουν επίσης στην οικονομική ανθεκτικότητα του Ιράν. Μέσω δικτύων που εμπλέκονται στην παράκαμψη κυρώσεων, το λαθρεμπόριο πετρελαίου και τις παράνομες οικονομικές μεταφορές, παρέχουν στην Τεχεράνη εναλλακτικούς διαύλους εσόδων και υλικοτεχνικής υποστήριξης.
Μέσα σε αυτό το δίκτυο, υπάρχει ένας καταμερισμός εργασίας. Ορισμένες φατρίες επικεντρώνονται στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ενώ άλλες δίνουν προτεραιότητα στην πολιτική δέσμευση και τη θεσμική επιρροή.

