Η ελληνική κυβέρνηση, σχολιάζοντας αυτή τη δήλωση, έκανε λόγο για «τεράστια υπεραξία για τις διμερείς σχέσεις». Πρόκειται για μια επικοινωνιακή υπερβολή ή σχετίζεται με τα όσα ελέχθησαν στις κατ’ ιδίαν συνομιλίες των δυο ηγετών;
Την απάντηση δίνει κορυφαίος κυβερνητικός παράγων που συμμετείχε στις συνομιλίες. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, έχοντας την πλήρη εικόνα των συνομιλιών, κάνει λόγο για στρατηγική επιλογή της Τουρκίας να κάνει «στροφή στη Δύση».
Η Αγκυρα, με δεδομένες τις ιδιαιτερότητες του νέου διεθνούς περιβάλλοντος που διαμορφώνεται, δεν μπορεί να βασιστεί στις ΗΠΑ, όπως έκανε στο παρελθόν, και αντιλαμβάνεται ότι η πόρτα της Δύσης και της Ε.Ε. ανοίγει με την επίλυση των προβλημάτων με την Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο, απ’ αυτήν την άποψη, ότι, ενώ η ελληνική αποστολή ανέμενε οι εντονότερες ενστάσεις του Τ. Ερντογάν να αφορούν τη σύσφιγξη των σχέσεων Ελλάδας-Ισραήλ, τα ελληνικά θαλάσσια πάρκα και την ενεργειακή συμφωνία με τις ΗΠΑ που φέρνει στην Ελλάδα την Chevron και την Exxon Mobil, τελικά ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε έμφαση στον αποκλεισμό της χώρας του από το ευρωπαϊκό εξοπλιστικό πρόγραμμα SAFE.
Νέα δεδομένα
Ρόλο σε αυτήν τη διαφαινόμενη στροφή της Τουρκίας, έχει παίξει -σύμφωνα με διπλωματικές πηγές- το γεγονός ότι η Αγκυρα έχει καταλάβει ότι η Αθήνα αφενός έχει ισχυροποιήσει σημαντικά την αμυντική και διπλωματική θωράκισή της και αφετέρου ότι εννοεί απολύτως πως χωρίς την άρση του casus belli δεν υπάρχει για την Τουρκία εισιτήριο για το SAFE.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η τουρκική πλευρά εμφανίστηκε έτοιμη για πιο αναβαθμισμένο και «προχωρημένο» διάλογο, ακόμα και για το ουσιαστικό πρόβλημα των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ωστόσο φαίνεται ότι συνάντησε την ελληνική άποψη πως δεν είναι ακόμα ώριμες οι συνθήκες που απαιτούνται, ώστε «να πάμε ένα βήμα μπροστά» και να συζητηθεί η μοναδική διαφορά που υπάρχει, κατά την πάγια θέση της Ελλάδας, που είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το casus belli
Το βασικό εμπόδιο παραμένει το casus belli της Τουρκίας, που υπάρχει από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Θέμα που έθεσε ευθέως με τις δηλώσεις του ο Κ. Μητσοτάκης στην Αγκυρα και είναι και ο λόγος που η Ελλάδα μπλόκαρε τη συμμετοχή της Τουρκίας στο SAFE. Προφανώς για εσωτερικούς λόγους ο Τ. Ερντογάν δεν θέλει και δεν μπορεί να άρει το casus belli. Μπορεί όμως -κι όπως φάνηκε είναι διατεθειμένος- να άρει τους λόγους που το προκάλεσαν. Δηλαδή τη διευθέτηση της μίας και μόνης διαφοράς. Αν λυνόταν το μείζον πρόβλημα, το οποίο είναι και η πηγή των υπόλοιπων «ακανθωδών προβλημάτων» μεταξύ των δύο χωρών, δεν θα υπήρχε λόγος να υπάρχει και το casus belli. Θα γινόταν αυτομάτως by pass.
Το γεγονός ότι το προσεχές έτος είναι εκλογικό έτος και για τις δύο χώρες παίζει τον ρόλο του. Ετσι οι συνομιλίες εστιάστηκαν στη θετική ατζέντα, στη διατήρηση ανοικτών διαύλων και στις διμερείς συμφωνίες που υπογράφηκαν. Το τελικό αποτέλεσμα της συνάντησης, αλλά και το καλό κλίμα που επικράτησε στις διαβουλεύσεις, δικαιώνουν την προετοιμασμένη και αποφασιστική στάση του Κ. Μητσοτάκη και αφήνουν πλήρως εκτεθειμένους όσους έλεγαν ότι δεν έπρεπε να γίνει η συνάντηση ή όσους κινδυνολογούσαν για τον «ενδοτισμό» της κυβέρνησης.
Ο ΡΟΛΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗ
Εξαντλητικά λεπτομερής προετοιμασία

Η προετοιμασία που είχε γίνει υπό την καθοδήγηση του Γ. Γεραπετρίτη ήταν, σύμφωνα με πληροφορίες, «εξαντλητικά λεπτομερής». Ο πρωθυπουργός είχε έτοιμες τουλάχιστον 4-5 εναλλακτικές εκδοχές των δηλώσεών του, διαφορετικής έντασης και περιεχομένου, ανάλογα με τη στάση που θα επέλεγε ο Τ. Ερντογάν, δεδομένου ότι ήταν προειλημμένη απόφαση να μην αφεθεί τίποτα αναπάντητο. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως, ο Τούρκος πρόεδρος επέλεξε μια «ήπια εκδοχή» να εκφράσει τις θέσεις του, αποφεύγοντας ακρότητες του παρελθόντος. Επέλεξε μόνο το casus belli και την «τουρκική μειονότητα» της Θράκης, όπου και υπήρξαν άμεσες απαντήσεις από τον Κ. Μητσοτάκη.
Αλλωστε, το γεγονός πως κάτι έχει αλλάξει έγινε αντιληπτό από την ελληνική αντιπροσωπία με το που έφτασε στην Αγκυρα και είδε εντυπωσιασμένη τις τεράστιες οθόνες στους δρόμους του Τ. Ερντογάν και του Κ. Μητσοτάκη, που καλωσόριζαν τον Ελληνα πρωθυπουργό και είχαν αναρτηθεί για πρώτη φορά σε επίσκεψη Ελληνα πρωθυπουργού. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, οι τεράστιες αφίσες που υπήρχαν στην Αγκυρα είχαν ως κύριο στόχο «να περάσει καλά» στην κοινή γνώμη της Τουρκίας η συνάντηση Κ. Μητσοτάκη-Τ. Ερντογάν και δευτερευόντως ήταν φιλοφρόνηση στην ελληνική αποστολή.
Στη βελτίωση του κλίματος φαίνεται πως παίζουν ρόλο και το κλίμα ειλικρίνειας που έχει εμπεδωθεί στο τετράγωνο Κ. Μητσοτάκης – Γ. Γεραπετρίτης – Τ. Ερντογάν – Χ. Φιντάν, αλλά και η αποφυγή διαρροών για τη δημιουργία μονομερών εντυπώσεων.
Οι συμφωνίες
Προφανώς ούτε λύθηκαν τα προβλήματα ούτε η Ελλάδα και η Τουρκία έγιναν ξαφνικά οι καλύτεροι φίλοι. Ο δρόμος είναι μακρύς και παραμένει ακανθώδης. Ωστόσο, φαίνεται πως τα «ήρεμα νερά» και οι 10 συμφωνίες που υπογράφηκαν (Μεταναστευτικό, εμπορικές σχέσεις και αναπτυξιακές συμφωνίες που θα αυξήσουν τον τζίρο μεταξύ των δυο χωρών από 7 στα 10 δισ., τουρισμός, πολιτισμός, αμοιβαία συνδρομή σε φυσικές καταστροφές) θα συνεχίσουν να παραμένουν αμοιβαία επωφελείς. Οι μεταναστευτικές ροές από την Τουρκία προς την Ελλάδα έχουν μειωθεί το 2025 σε σχέση με το 2015 κατά 60% (από 860.000 σε 21.000) και σχεδόν έχουν γίνει ελάχιστες οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου, που είχαν φτάσει στο σημείο να είναι 11.000 κάθε χρόνο.

