Το πλοίο «Πόπη» μπαίνει στην ελληνική ακτοπλοΐα το 1920, όταν αποκτήθηκε από την εταιρία «Ηπειρωτική Ατμοπλοΐα» του Γεωργίου Ποταμιάνου. Δεν είναι καινούργιο, αντιθέτως κουβαλά ήδη δεκαετίες ζωής, έχοντας ξεκινήσει ως πολυτελής θαλαμηγός πριν μετασκευαστεί σε επιβατηγό. Ενα κουρασμένο σκαρί, που όμως συνέχισε να υπηρετεί τις ανάγκες των νησιωτικών γραμμών, σε εποχές όπου τα ταξίδια γίνονταν με πλοία που θα έπρεπε να είναι παροπλισμένα.

Από τον Πειραιά
Το μοιραίο ταξίδι του «Πόπη» ξεκινά στις 27 Νοεμβρίου 1934 από τον Πειραιά, με προορισμό μια μακρά κυκλαδίτικη διαδρομή: Σύρο, Πάρο, Νάξο, Φολέγανδρο, Σίκινο, Ιο, Σαντορίνη, Ανάφη, Αμοργό και νησιά της άγονης γραμμής, πριν επιστρέψει πάλι στην αφετηρία του. Στο πλοίο επιβαίνουν επισήμως 122 επιβάτες, αν και αργότερα προκύπτει ότι ο αριθμός ξεπερνά τους 140, αφού αρκετοί έχουν εκδώσει εισιτήριο εν πλω. Στα αμπάρια υπάρχουν αρκετά εμπορεύματα, μεταξύ των οποίων μεγάλες ποσότητες τυριών. Λίγο μετά την αναχώρηση, όταν το «Πόπη» περνά από το στενό των Φλεβών, λίγο έξω από τη Βουλιαγμένη, οι επιβάτες αισθάνονται ένα είδος συνεχούς συρσίματος, κάτι που σήμαινε ότι το πλοίο έπλεε στα ρηχά και ουσιαστικά άγγιζε τον βραχώδη βυθό. Παρά τις οχλήσεις τους προς τον πλοίαρχο που βρίσκεται στη γέφυρα μαζί με άλλους τρεις αξιωματικούς, ο πρώτος παραμένει καθησυχαστικός. Ομως, ελάχιστη ώρα μετά, το πλοίο προσκρούει στη βραχονησίδα Κασίδι. Αρχικά ακούγεται ένας δυνατός ήχος σαν έκρηξη, η πλώρη σηκώνεται και καβαλάει τα βράχια, ενώ η πρύμνη χαμηλώνει και βυθίζεται στη θάλασσα τινάζοντας στα νερά δεκάδες επιβάτες. Οι σκηνές χάους και πανικού που ακολουθούν μένουν χαραγμένες όχι μόνο στους επιζώντες του ναυαγίου, αλλά και στο εθνικό υποσυνείδητο ως διαχρονικά συνώνυμα του «όλα πρόχειρα, όλα λάθος».

Μαρτυρίες
Σύμφωνα με μαρτυρίες των επιζώντων, το πλήρωμα δεν κατορθώνει να εκτελέσει κανένα σχέδιο διάσωσης με αποτέλεσμα να επικρατήσει το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Οι επιβάτες βρίσκονται έντρομοι μέσα στο πυκνό σκοτάδι, ενώ ακούγονται παντού κραυγές πανικού και απελπισίας. Ολοι προσπαθούν να σωθούν όπως μπορούν, πηδώντας στο νερό ή αναζητώντας διέξοδο προς το κατάστρωμα όπου βρίσκουν την πόρτα προς αυτό πλακωμένη με αντικείμενα, με αποτέλεσμα να προσπαθούν να σπάσουν τα τζάμια ενώ οι χώροι γεμίζουν νερά. Αλλόφρονες επιβάτες αλλά και μέλη του πληρώματος πέφτουν στη ρηχή θάλασσα για να σωθούν, άλλοι σκαρφαλώνουν στο κατάρτι και άλλοι ψάχνουν βάρκες να επιβιβαστούν. Οι πιο τυχεροί έχουν καταφέρει να ανέβουν στα βράχια της βραχονησίδας όπου τουρτουρίζουν από το κρύο. Λέγεται μάλιστα ότι την ώρα που ο κόσμος πνίγεται, μέλη του πληρώματος επιλέγουν να διασώσουν από τον βυθό τεράστια κομμάτια τυριού από τα πλημμυρισμένα αμπάρια του πλοίου…
Για όσους βρίσκονται ακόμα μέσα στο «Πόπη» η κατάσταση είναι απελπιστική. Ενας διασωθείς περιγράφει την ανατριχιαστική σκηνή μιας μητέρας που κρατά από τα μαλλιά την τραυματισμένη κόρη της, πριν τελικά τη χάσει για πάντα στο νερό: «Πλάι μου είδα μια μητέρα που κρατούσε την κόρη της από τα μαλλιά, γιατί το κορίτσι ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα αφού είχε το πόδι της στον γύψο. Εκλαιγε το κορίτσι, έκλαιγε και η μάνα. Προσπάθησε να ανασηκωθεί το κορίτσι αλλά στάθηκε αδύνατο. Η δυστυχισμένη μητέρα εξακολουθούσε να κρατά το κορίτσι της από τα μαλλιά για να βρίσκεται το κεφάλι πάνω από το νερό. Σε μια στιγμή άφησε το κεφάλι της και βυθίστηκε στο νερό».

Χωρίς ασύρματο
Αξίζει να σημειωθεί ότι το «Πόπη» δεν διαθέτει ασύρματο, άρα δεν μπορεί καν να στείλει σήμα κινδύνου. Το περιστατικό αυτό μάλιστα αποτελεί αφορμή ώστε να καταστεί πλέον υποχρεωτική η εγκατάσταση ασυρμάτου στα επιβατικά πλοία, βελτιώνοντας έτσι την ασφάλεια των επιβατικών πλοίων. Επιστρέφοντας στο 1934, το τραγικό συμβάν μαθαίνεται και διαδίδεται άμεσα από τους ψαράδες της περιοχής που σπεύδουν γρήγορα με τα καΐκια τους διασώζοντας πολλούς ναυαγούς. Τα ίδια κρίσιμα λεπτά έχει ειδοποιηθεί το Λιμεναρχείο Πειραιά που στέλνει στην περιοχή τα ναυαγοσωστικά «Ταξιάρχης» και «Μαριγώ».
Ο απολογισμός των 11 νεκρών του ναυαγίου είναι μεγάλος, αλλά όχι ο τελικός, αφού αυτό δεν είναι το τελευταίο ταξίδι του «Πόπη». Μοιάζει απίστευτο, αλλά το διαλυμένο πλοίο ρυμουλκείται στον Πειραιά, όπου επισκευάζεται πρόχειρα και επανέρχεται σύντομα στην ακτοπλοΐα στη γραμμή Πάτρα-Ζάκυνθος-Αργοστόλι-Ληξούρι στην οποία μάλιστα προσαράζει εκ νέου. Αποσύρθηκε τότε; Οχι, απλά μετονομάστηκε σε «Ηπειρος» και συνέχισε τα ταξίδια, μόνο που πλέον όλοι γνώριζαν τι εστί «Πόπη» και απέφευγαν τα ταξίδια μαζί του, μεγαλώνοντας έτσι τον μακάβριο μύθο του που φτάνει μέχρι το σήμερα…

Το μακάβριο εύρημα τρεις μήνες μετά
Ομως το θρίλερ του ναυαγίου δεν τελειώνει εδώ. Τρεις μήνες μετά, κατά τη διάρκεια της επισκευής του κατεστραμμένου πλοίου στον Πειραιά, αποκαλύπτεται ένα ακόμα μακάβριο εύρημα: σε μια καμπίνα του βρίσκεται το άψυχο σώμα ενός μικρού κοριτσιού. Στις έρευνες που ακολουθούν αποκαλύπτεται το απίστευτο σκηνικό που έχει εξελιχθεί. Οταν το πλοίο πλαγιάζει στη βραχονησίδα, η δεξιά του πλευρά είναι μέσα στο νερό, ενώ η αριστερή όπου βρίσκονται οι καμπίνες είναι στον αέρα. Οι ένοικοι των καμπινών κάποια στιγμή καταφέρνουν να ανοίξουν τις πόρτες και διασώζονται.
Ομως, το μικρό κορίτσι δεν καταφέρνει, λόγω αδυναμίας ή γιατί αυτή έχει φρακάρει, να ανοίξει την πόρτα, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί ενώ σταδιακά το πλοίο βυθίζεται. Μοιάζει απίστευτο, αλλά ουδείς από τα σωστικά συνεργεία από τη Δανία, που φτάνουν στο σημείο, σκέφτεται να ψάξει για επιζώντες μέσα στις καμπίνες. Αντίθετα μάλιστα περπατούν πάνω στο κουφάρι του πλοίου, μαζεύουν επιπλέοντα αντικείμενα και καταλήγουν βαριεστημένα στο συμπέρασμα ότι τα έξοδα ανέλκυσης θα κάλυπταν την ίδια την αξία του πλοίου.
Την ίδια ώρα, το κοριτσάκι προσπαθεί να επιβιώσει στην καμπίνα με το ελάχιστο οξυγόνο. Σαράντα οχτώ ώρες μετά βουλιάζει και η αριστερή πλευρά του πλοίου και βρίσκει ασφυκτικό θάνατο… Αξίζει να σημειωθεί πως το αδικοχαμένο κοριτσάκι της καμπίνας δεν το αναζητά κανείς στη διάρκεια του ναυαγίου ούτε και μετά τη δημοσιότητα που γνωρίζει ο τραγικός θάνατός του. Η τραγωδία του «Πόπη» ανέδειξε τότε σοβαρές ελλείψεις ελέγχου, οργάνωσης και ευθύνης, προκαλώντας δημόσια συζήτηση για την ασφάλεια των ταξιδιών και οδηγώντας σταδιακά σε αυστηρότερους κανονισμούς, ώστε παρόμοια δράματα να αποφεύγονται στο μέλλον, τιμώντας έτσι σιωπηλά τα αθώα θύματα εκείνης της εφιαλτικής βραδιάς.

