Ο «πατριάρχης» της οικογένειας γεννιέται το 1847, αλλά για την καταγωγή και το όνομά του υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η πρώτη εκδοχή τον θέλει να κατάγεται από την Κούταλη της Προποντίδας, θεωρεί το Κουταλιανός παρατσούκλι της περιοχής γεννήσεώς του και πραγματικό του όνομα το Αντωνίου. Αλλη θεωρία τον θέλει να κατάγεται από το Ριζοκάρπασο της Κύπρου, να είναι γιος του ναυτικού Γιώργου Παλλήκαρου ο οποίος σε ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη γνωρίζει στην Κούταλη τη βοσκοπούλα Ζαχαρούλα, με την οποία κάνει, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, τον Παναγή.

Απόδραση
Σε διαφορετική εκδοχή ο γεροδεμένος Κύπριος πατέρας δεν είναι ναυτικός αλλά εξαιρετικός παλαιστής, κάτι που τον βοηθά να απελευθερωθεί, με τη βοήθεια του σουλτάνου, από τις τουρκικές φυλακές όπου κρατείται και στον δρόμο της επιστροφής του στη Μεγαλόνησο γνωρίζει στην Κούταλη τη μητέρα του, Ζαχαρούλα. Οι κυπριακές εκδοχές συγκλίνουν στο ότι στα τέλη του 19ου αιώνα ο, διάσημος πλέον, Κουταλιανός φτάνει στην Κύπρο, όπου και αναγνωρίζει, λόγω εντυπωσιακής σωματοδομής, τον φυσικό του πατέρα.
Αλλη παράδοση τον θέλει να κατάγεται από τη Νέα Κούταλη Λήμνου (τότε Αγία Μαρίνα), με πατέρα τον ναυτικό Αντώνη Καλλιοτζή, τον οποίο όμως δεν γνωρίζει, καθώς ο τελευταίος πεθαίνει σε κάποιο ταξίδι του όταν η μητέρα του Ζαχαρούλα είναι έγκυος σε αυτόν. Αν συμπτύξουμε τις εκδοχές αυτές, συγκλίνουν ότι ο Κουταλιανός έχει σχέση με την περιοχή Κούταλη της Προποντίδας, δεν γνωρίζει ποτέ τον πατέρα του, ενώ η μητέρα του ονομάζεται Ζαχαρούλα.

Εφηβος ακόμα, γίνεται ναυτικός και μαζί με τα ταξίδια του σε όλη τη Γη, ξεκινά και η μυθολογία γύρω από τα κατορθώματά του. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μπαρκάρει για να γλιτώσει από την οργή των Τούρκων αφού… σκίζει στα δύο έναν ομοεθνή τους όταν ο τελευταίος του κλέβει τα ρούχα. Από το πρώτο του κιόλας ταξίδι ξεχωρίζει για τη σωματική του ρώμη, όταν σηκώνει μια τεράστια άγκυρα, κάτι που δεν καταφέρνουν δέκα άλλοι ναυτικοί.
Οι πρώτες αναφορές περί ενασχόλησής του με επιδείξεις δύναμης έρχονται από τη Λατινική Αμερική, στην οποία ο Παναγής φτάνει ως ναυτικός. Σε ηλικία 19 ετών δίνει τον πρώτο αγώνα του στο Μπουένος Αϊρες εναντίον του περίφημου Ιταλού παλαιστή Πεπέρο, τον οποίο και νικά. Υστερα από ένα σύντομο διάστημα συμμετοχής του στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο στο πλευρό του γαλλικού στρατού, από τον οποίο παρασημοφορείται, επιστρέφει στις παγκόσμιες περιοδείες του.
Παρουσία
Το τι κάνει σε αυτές αποτελεί συνδυασμό πραγματικότητας, μυθοπλασίας και φαντασίας. Αρχικά διαφημίζεται με εντυπωσιακά προσωνύμια (νέος Ηρακλής, Σιδηρούς Ανθρωπος, ο δυνατότερος άνθρωπος στον κόσμο κ.λπ.). Στις παραστάσεις φορά στα πόδια του βαριά σιδερένια παπούτσια που δυσχεραίνουν το περπάτημά του. Λυγίζει σίδερα, σπάει αλυσίδες και βράχια, σηκώνει στο στέρνο του ογκώδη βαρέλια γεμάτα με νερό, σηκώνει μεγάλα βάρη με τα δόντια του, λυγίζει σίδερα ή νομίσματα με τα δάχτυλά του, ξεριζώνει δέντρα κ.λπ.

Πιο εντυπωσιακό νούμερο είναι το κουβάλημα στους ώμους δύο ή τριών βαριών τηλεβόλων (κάτι σαν τα σημερινά μπαζούκας), τα οποία κάποια στιγμή πυροδοτεί σκορπίζοντας τον φόβο στο κοινό, ενώ ο ίδιος παραμένει απαθής. Αλλες φορές αφήνονται στην αρένα τεράστια ζώα (ταύροι, τίγρεις κ.λπ.), τα οποία δαμάζει με μόνο εφόδιο τα χέρια του. Την πρώτη φορά που αυτό συμβαίνει οι Αμερικανοί διοργανωτές ρίχνουν εναντίον του, χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, μία τίγρη, την οποία ο ίδιος πνίγει και έκτοτε φορά το δέρμα της στις ανά την υφήλιο παραστάσεις του.
Ο θρύλος του φτάνει στην Ελλάδα, με τις εφημερίδες να εξυμνούν τα κατορθώματά του, εξάπτοντας τη λαϊκή φαντασία: «Ο Κουταλιανός εδόξασε την Ελλάδα εις όλην την Ευρώπην και την Αμερικήν ως ο δυνατότερος άνθρωπος του κόσμου. Εις Ρίο Iανέιρον της Βραζιλίας κάποτε εις μίαν αρένα, όπου έκαναν ταυρομαχίας, ενώ ο Παναγής ίστατο διά να σηκώσει ορισμένα βάρη, του απέλυσαν μία τίγρη αμερικανικήν, η οποία ονομάζεται πούμα, ήτις εισώρμησε επάνω του να τον κατασπαράξει. Αλλά ο ήρωας Κουταλιανός δεν εφοβήθη. Ορμησε επάνω της, την έπιασε από την κεφαλή και την σιαγώνα και την άνοιξε εις δυο. Υπάρχει και σήμερον εις μίαν πλατείαν του Ρίο Iανεΐρου μία οδός Παναγή Κουταλιανού, ένα άγαλμα παριστάνον έναν αθλητήν, ο οποίος είχε πιάσει την τίγρη και της είχε ανοίξει το στόμα».
Στα τέλη του 19ου αιώνα επιστρέφει αρχικά στην Ευρώπη και εν συνεχεία στην Ελλάδα, όπου συνεχίζει τις παραστάσεις του, στις οποίες πλέον συμμετέχουν και δύο από τα τέσσερα παιδιά που έχει αποκτήσει από την Περουβιανή σύζυγό του.

Το τέλος του «νέου Ηρακλή»
Το 1905 καταγράφεται παράστασή του στην Κύπρο, όταν υπερήλικας πλέον θυμώνει όταν κάποιος αμφισβητεί τις ικανότητές του: «Ο Καταλάνος βλέπων τον Κουταλιανόν να λυγίζει τας σιδηράς ράβδους επί των βραχιόνων του έδειξε κάποιαν δυσπιστίαν και έρριψε εις τον Κουταλιανόν το χονδρόν σιδερένιο μπαστούνι του το οποίον εκράτει και του είπε: Λύγισέ το, αν μπορείς. Ο Κουταλιανός έκαμε έναν μορφασμό αγανακτήσεως και είπε εις τον Καταλάνον: Παντού θα εύρω δυσκολίας εκ μέρους των πατριωτών μου. Αφού είπε τους λόγους αυτούς ο Κουταλιανός έλαβε το μπαστούνι του Καταλάνου εις την δεξιάν του χείρα και το εκτύπησε τρεις έως τέσσαρας φοράς επί του αριστερού του βραχίονος. Το μπαστούνι του Καταλάνου ελυγίσθη ευκόλως και έλαβεν μορφήν σφαιρικήν. Ακολούθως ο Κουταλιανός επέταξε εις τον Καταλάνον περιφρονητικώς το μπαστούνι και του είπε: Κράτησέ το ως ενθύμιον της δυσπιστίας σου».

Ο «νέος Ηρακλής» φεύγει από τη ζωή το 1916 αφήνοντας πίσω ένα συγκινητικό χειρόγραφο που φέρνει στην επιφάνεια ο λογοτέχνης Τίμος Μωραϊτίνης: «Με τη δύναμιν του Υψίστου Θεού, θέλουν ιδείν ότι εξήλθον νικητής με το γήρας μου, όπου ούτε άνθρωποι ούτε θηρία δεν ημπόρεσαν να καταβάλουν, δοξάσαντος πάντοτε το ελληνικόν όνομα. Εύχομαι εις τον Θεόν όπως πάντοτε στέλνει τοιούτους ανθρώπους εις τον κόσμον καθώς εμέ, να δοξάζουν το Ελληνικόν Ονομα, και συνάμα να υπογράψουν ότι υπήρχεν Ηρακλής και Σαμψών. Τελειώνω τον βίο μου, εγώ ο Παναγής Κουταλιανός ή ο Νέος Ηρακλής επονομασθείς. Εν έτει 1916».
Ακόμα και τον θάνατό του ακολουθούν σενάρια ότι πέθανε ψαρεύοντας, από γάγγραινα ή σε νοσοκομείο της Κωνσταντινούπολης δηλητηριασμένος από τους Τούρκους… Την παράδοσή του συνεχίζει τον 20ό αιώνα ο συγγενής του Δημήτρης Μακρής χρησιμοποιώντας το όνομα Κουταλιανός, αλλά οι εποχές πλέον έχουν αλλάξει, κάτι που επιβεβαιώνει και το ομώνυμο τραγούδι των Μάνου Λοΐζου-Λευτέρη Παπαδόπουλου…