Σύμφωνα με πληροφορίες, ο νεαρός δέχθηκε συνολικά έξι πυροβολισμούς στον κορμό. Από αυτούς, πέντε τραύματα είναι διαμπερή, ενώ σε μία περίπτωση η σφαίρα παρέμεινε μέσα στο σώμα. Επιπλέον, μία από τις βολίδες φαίνεται να τον έπληξε πισώπλατα, με ίχνη εγκαύματος στην πλάτη, γεγονός που δείχνει πολύ κοντινή απόσταση βολής.
Οι αρχές εκτιμούν ότι οι τέσσερις πυροβολισμοί έγιναν από απόσταση περίπου 2–3 μέτρων, ενώ δύο ακόμη από ακόμη μικρότερη απόσταση, με το ενδεχόμενο να εξετάζεται αν πρόκειται για χαριστικές βολές.
Δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί ποιο από τα τραύματα ήταν το θανατηφόρο, ωστόσο θεωρείται πιθανό να εντοπίζεται στον κορμό, κοντά στη μασχάλη.
Αμετανόητος ο δράστης της δολοφονίας του Νικήτα: «Χίλιες σφαίρες θα του έπαιζα αλλά είχα μόνο έξι – Να με πάτε στο μνήμα του παιδιού μου»
Στη φυλακή οδηγούνται ο 54χρονος που κατηγορείται για τη δολοφονία του 21χρονου Νικήτα στην Κρήτηκαι η 56χρονη σύζυγός του, μετά τις απολογίες τους στο Αστυνομικό Μέγαρο Ηρακλείου.
Η διαδικασία πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας και πλήρη μυστικότητα, ενώ ανακριτής και εισαγγελέας αποφάσισαν από κοινού την προσωρινή κράτηση και των δύο κατηγορουμένων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, κατά τη διάρκεια της πολύωρης διαδικασίας το ζευγάρι φέρεται ουσιαστικά να παραδέχθηκε την εμπλοκή του στην υπόθεση της εν ψυχρώ δολοφονίας του νεαρού.
Οι δύο κατηγορούμενοι αναμένεται να μεταφερθούν σε σωφρονιστικά καταστήματα εκτός Κρήτης, καθώς οι Αρχές εκτιμούν ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος νέου κύκλου βεντέτας ανάμεσα στις δύο οικογένειες.
Την ίδια ώρα, συγκίνηση προκαλεί η φράση που φέρεται να είπε ο 54χρονος λίγο πριν ολοκληρωθεί η απολογία του.
Σύμφωνα με το cretalive.gr, ζήτησε από τους αστυνομικούς μία τελευταία επιθυμία:
«Μία χάρη θέλω… Να με περάσετε για τελευταία φορά από το μνήμα του παιδιού μου γιατί δεν θα το ξαναδώ να το αποχαιρετίσω…».
Ο ίδιος, σύμφωνα με όσα αναφέρονται, εμφανίστηκε αμετανόητος λέγοντας: «Αν είχα χίλιες σφαίρες, χίλιες θα του έπαιζα, αλλά είχα μόνο έξι».
Κατά την απολογία του περιέγραψε την ψυχολογική του κατάσταση μετά τον θάνατο του παιδιού του, κάνοντας λόγο για έντονη ψυχική κατάρρευση και μακρά περίοδο πόνου και απομόνωσης. Αναφέρθηκε επίσης σε γεγονότα και εντάσεις που, όπως υποστηρίζει, επιβάρυναν την κατάστασή του, περιγράφοντας ότι αισθανόταν πως δεν είχε πλέον έλεγχο του εαυτού του τη στιγμή του περιστατικού.
«Η ζωή μου σταμάτησε στις 20-10-2023. Από την ημέρα που έχασα το μοναχοπαίδι και μοναχογιό μου, έσβησε για μένα το φως της ζωής. Έγινα σκιά του εαυτού μου. Δεν υπήρχε κανένας πλέον λόγος να ζω. Είχα παραιτηθεί» είπε στην απολογία του.
«Κοιμόμουν (όποτε κοιμόμουν) και ξυπνούσα με τον πόνο της απώλειας του παιδιού μου. Η ζωή μου ήταν νεκροταφείο – σπίτι – νεκροταφείο και Δικαστήρια», είπε χαρακτηριστικά.
«Εδώ και δυόμιση χρόνια δυστυχώς δεν έβλεπα καμία πρόοδο. Την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μου κατάσταση επιδείνωσε και το γεγονός ότι ο συγχωρεμένος κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία τιμωρία, δεν είχε καν ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος του για οποιοδήποτε αδίκημα και πολλές φορές όταν με συναντούσε στο δρόμο με ειρωνευόταν και με χλεύαζε κάνοντας σπινιές και ελιγμούς, περνώντας έξω από το σπίτι μου και βάζοντας δυνατά μουσική, ενώ τόσο αυτός όσο και η οικογένειά του, αντί να μου εκφράσουν την συμπαράστασή τους με κάποιο – έστω – συμβολικό τρόπο, με είχαν καταγγείλει και ψευδώς ότι τάχα τους πυροβόλησα έξω από το σπίτι τους, πράγμα που δεν ήταν αλήθεια».
«Καμία δικαιοσύνη, Θεού ή ανθρώπων, δεν θα έφερνε πίσω τον Γιώργο μου, τη δύναμή μου, το γέλιο μου» σημείωσε.
Στη συνέχεια υποστήριξε πως: «Η κατάστασή μου έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να μην έχω κλείσει μάτι για τουλάχιστον 10 ημέρες. Έκλαιγα ασταμάτητα γιατί έφτανε η ημέρα της Αγίας Ειρήνης, που σαν σήμερα πριν από 9 χρόνια έχασε την ζωή του άδικα σε τροχαίο το παιδί του πρώτου μου ξαδέρφου Κωνσταντίνου Βαρότση – ο Χαρίλαος – στο ίδιο ακριβώς σημείο (στον ίδιο στύλο) που κατέληξε και ο μονάκριβός μου, ακριβώς στον ίδιο χρόνο με το γιό μου (μετά από 19 ημέρες από το συμβάν) και ο οποίος έχει ταφεί στο ίδιο μνήμα με τον γιό μου. Σημειωτέον ότι τον αδικοχαμένο γιό μου τον βάπτισα Γεώργιο προς απόδοση τιμής στον επίσης αδικοχαμένο πρώτο μου ξάδερφο Γεώργιο Βαρότση, αδερφό του Κωνσταντίνου, ο οποίος ομοίως σκοτώθηκε σε τροχαίο το έτος 1990 έξω από την είσοδο του αεροδρομίου Ηρακλείου. Πήρα λοιπόν μαζί μου το περίστροφο (σ.σ. που αυτοβούλως παρέδωσα στην αστυνομία κατά την αυθόρμητη και εκούσια προσέλευσή μου) στο νεκροταφείο, προκειμένου παίξω στον αέρα δύο μπαλωθιές προς τιμήν της μνήμης του παιδιού, όπως συνηθίζεται στα μέρη μας, πλην όμως λόγω του ότι μαζεύτηκε πολύς ξένος κόσμος στο μνημόσυνο – συναπαντήματα πάνω από το μνημείο των παιδιών μας, εντέλει δεν το έπραξα».
«Εκείνη την στιγμή έχασα την γη κάτω από τα πόδια μου, ένα μαύρο πέπλο σκέπασε το ήδη επιβαρυμένο και αρρωστημένο μυαλό μου, θόλωσα, περιήλθα σε κατάσταση παροξυσμού, παραληρήματος, και πλήρους ψυχικής ταραχής και άμεσα, υπό καθεστώς απύθμενου πόνου, τρομερού θυμού και τεράστιας οργής που απέκλεισαν την σκέψη μου – χωρίς να το καταλάβω – έπεσα πάνω στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο συγχωρεμένος. Αυτός τότε αντί να σηκωθεί να φύγει κατέβηκε από το αυτοκίνητο και μού επιτέθηκε κλωτσώντας με και με τα δύο του πόδια. Εκείνη την στιγμή, υπό καθεστώς σκληρών συναισθημάτων οργής, αγανάκτησης, θυμού και απέραντης θλίψης που με κυρίευσαν – με κατέκλυσαν και που μού απέκλεισαν τον αντιληπτικό μου ορίζοντα και την ψύχραιμη και ήρεμη σκέψη και που μού καθόριζαν αιτιακά την συμπεριφορά μου, έβγαλα το περίστροφο και πυροβόλησα κατά του συγχωρεμένου ούτε θυμάμαι πόσες φορές, σκοτώνοντάς τον». ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Έχασα κάθε έλεγχο»
«Στο πρόσωπό του εκείνη την στιγμή δεν έβλεπα τίποτα άλλο παρά τον φονιά του γιού μου. Δεν ήμουν ο εαυτός μου. Εξάλλου, ο πραγματικός Κώστας είχε χαθεί από καιρό. Δεν όριζα τον εαυτό μου, την σκέψη μου και την συμπεριφορά μου. Ένα μαύρο πέπλο είχε σκεπάσει τον νου μου. Το μόνο που μετά βίας θυμάμαι εκείνη την στιγμή είναι την γυναίκα μου να ουρλιάζει «Μη Κώστα μη, μη» και να κλαίει τραβώντας τα μαλλιά της μέσα από το αυτοκίνητο. Ό,τι έπραξα το έπραξα χωρίς να μπορώ να ορίζω τον εαυτό μου κατακλυσθείς από σκληρά συναισθήματα οργής, αγανάκτησης, θυμού και συνάμα απογοήτευσης από την ειρωνεία που επεδείκνυε διαχρονικά ο συγχωρεμένος, την αδράνεια και την εν γένει καθυστέρηση του συστήματος, όσο και ιδία από την αμέσως προγενέστερη της πράξης μου συμπεριφορά του. Ήμουν πλέον ένας τρελός…».
Τι είπε η 56χρονη σύζυγος
Η 56χρονη σύζυγός του, στην απολογία της, περιέγραψε τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα, τονίζοντας το σοκ που υπέστη από όσα συνέβησαν. Μεταξύ άλλων ανέφερε: «Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου».
Η ίδια υποστήριξε ότι ο σύζυγός της βρισκόταν σε κατάσταση έντονης ψυχικής φόρτισης, επισημαίνοντας ότι δεν αναγνώριζε τον άνθρωπο που είχε δίπλα της εκείνη τη στιγμή, αποδίδοντας τη συμπεριφορά του σε ψυχολογική κατάρρευση.
«Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον» ισχυρίστηκε στην απολογία της η σύζυγος του 54χρονου.
«Ειλικρινά έπραξα ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό προκειμένου τον αποτρέψω, πλην όμως δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Στην συνέχεια σε όλο τον δρόμο προς τον σπίτι μας πλέον έκλαιγα και μοιρολογούσα και του έλεγα “τί έκανες, τι έκανες..;”. Μόλις συνήλθαμε λίγο, μού είπε ότι θέλει να πάει να παραδοθεί, πράγμα που υπερθεμάτισα και εγώ, όπως και έγινε. Χθες καταστράφηκε δυστυχώς – εκτός από την δική μου – και άλλη μια οικογένεια, πράγμα που δεν έπρεπε να συμβεί. Συμπάσχω με τον πόνο της μάνας του Νικήστρατου και συμμερίζομαι το πένθος της. Εκφράζω τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια και εύχομαι να είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει» υποστήριξε.
Περιέγραψε πως τις τελευταίες ημέρες ο άνδρας της είχε καταρρεύσει ψυχολογικά και συνέχισε λέγοντας: «Επιστρέφοντας με τον σύζυγό μου από το νεκροταφείο που είχαμε πάει για το μνημόσυνο του Χαρίλαου και οδηγώντας αυτός το αυτοκίνητό μας με κατεύθυνση προς το Ηράκλειο, μέσα σε κλίμα βαθιάς θλίψης και οδύνης, που επιβάρυνε ακόμα περισσότερο την ήδη επιβεβαρυμένη ψυχική μας κατάσταση, ξαφνικά συναντήσαμε τυχαία τον συγχωρεμένο, ο οποίος μόλις μάς αντιλήφθηκε από μακριά, έκανε μία άσεμνη χειρονομία προς τον Κώστα. Ξαφνικά και χωρίς να καταλάβω πώς και γιατί τρακάραμε με τον συγχωρεμένο, εμένα μού έπεσαν τα γυαλιά μου κάτω στο πατάκι από το χτύπημα και χωρίς ειλικρινά να αντιληφθώ τι ακριβώς συνέβη είδα τον συγχωρεμένο να επιτίθεται στον σύζυγό μου και να τον κλωτσάει. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια και τότε μόλις που πρόλαβα και είδα τον σύζυγό μου να βγάζει από την μέση του ένα περίστροφο, του οποίου την ύπαρξη ειλικρινά αγνοούσα. Το μόνο πράγμα που θυμάμαι ότι κατόρθωσα να ουρλιάξω «Κώστα μη μη», αλλά ήταν πλέον αργά. Οι εικόνες που αντίκρισα θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στην μνήμη μου. Το μόνο που έχω να σας πω είναι ότι αυτός που σκότωσε τον συγχωρεμένο δεν ήταν ο Κώστας μου. Ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Δεν είχε καν την όψη του Κωστή μου. Ήταν ένας τρελός, ένα ακάθαρτο πνεύμα, χωρίς επαφή με το περιβάλλον».

