Παράλληλα στάθηκε στον κρίσιμο ρόλο των ελεγκτών και των ελεγκτικών εταιρειών στη διασφάλιση της αξιοπιστίας των οικονομικών στοιχείων, τονίζοντας ότι αποτελούν «φρουρούς της αξιοπιστίας» σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονται τόσο ο όγκος όσο και η πολυπλοκότητα των δεδομένων.
Η ομιλία του Κυριάκου Πιερρακάκη στην ημερίδα της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ) με θέμα: «The Next Gen Audit: Innovation, Quality, and AI»
«Κυρίες και κύριοι,
Είναι ιδιαίτερη χαρά που βρίσκομαι στην ημερίδα σας η οποία διοργανώνεται με αυτούς τους προωθημένους προβληματισμούς που ο τίτλος της και μόνο μας καλεί να κάνουμε.
Κυρίως, όμως, χαίρομαι που βρίσκομαι ανάμεσα σε πρόσωπα που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις οικονομικές εξελίξεις αλλά και στη δημόσια πολιτική, στο πεδίο της οικονομίας. Και νομίζω, απαντώντας σε όσα αναφέρατε πριν, ότι η ΕΛΤΕ δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι εκφράζει και συγκεντρώνει τους φρουρούς της αξιοπιστίας στις οικονομίες και στις οικονομικές αποφάσεις. Και η συμβολή σας, εκτιμώ, ότι κρίνεται απολύτως απαραίτητη για να διατηρηθεί ακέραιη η πυξίδα, για να διασωθεί η εμπιστοσύνη σε μια εποχή όντως ραγδαίου ψηφιακού μετασχηματισμού αλλά και για να υποστηριχθεί η συμφωνία όλων των παικτών σε μια κοινή επενδυτική και οικονομική γραμματική.
Αυτή η εμπιστοσύνη συνιστά βάση για κάθε φορολογική απόφαση, ειδικά στο σημερινό κόσμο. Και αυξάνεται ταυτόχρονα, στην εποχή που βρισκόμαστε, τόσο ο όγκος όσο και η συνθετότητα των γνήσιων και αξιόπιστων στοιχείων. Μια συνθετότητα την οποία οφείλουμε να μπορούμε και να κατανοούμε και να αποκωδικοποιούμε.
Επομένως, πρέπει να έχουμε διαρκώς τεταμένες τις κεραίες της επαγρύπνησης και της οξυδέρκειας και για να το πετύχουμε, οι ελεγκτές μας βοηθούν πολύ με τη δουλειά τους. Σε αυτή τη συγκυρία, η τεχνολογική καινοτομία και πιο συγκεκριμένα η Τεχνητή Νοημοσύνη έρχεται να ενισχύσει, αν εφαρμοστεί σωστά, την προσπάθεια για διαφύλαξη της αξιοπιστίας των στοιχείων και γενικότερα των οικονομικών θεσμών. Η πρωτοβουλία σας, συνεπώς, είναι απολύτως επίκαιρη γιατί αυτή τη στιγμή, και επιτρέψτε μου να κάνω αυτή τη σύνδεση, σε όλο τον κόσμο, και σίγουρα στην Ευρώπη, συζητάμε για το πώς τα νέα LLMs, ειδικά το Mythos της Anthropic, συνιστούν μια πραγματική αλλαγή γενιάς στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Αναφερθήκατε πριν στην ψηφιοποίηση.
Η ψηφιοποίηση ήταν μια ιστορική εκκρεμότητα για την Ελλάδα από την εποχή που ήμουν μαθητής. Θυμάμαι τα βιβλία της πληροφορικής και θυμάμαι πώς μιλάγαμε για τη μηχανογράφηση τότε και πώς η μηχανογράφηση δεν είχε εφαρμοστεί στη χώρα μας. Την δεκαετία του 1980, όμως, με ελάχιστα συστήματα είχαμε καταφέρει να εφαρμόσουμε οριζόντια στο ελληνικό κράτος και με πολλά χρόνια καθυστέρηση υλοποιήσαμε την ιστορική εκκρεμότητα της τρίτης Βιομηχανικής Επανάστασης, όχι της τέταρτης.
Δηλαδή, ξεκινήσαμε να ψηφιοποιούμε το χαρτί, ξεκινήσαμε να δημιουργούμε συστήματα και να αποκωδικοποιούμε τις εκκρεμότητες γραφειοκρατίας, να σκεφτόμαστε νόμους απλούστευσης, ξεκινήσαμε από την καταγραφή ότι το κράτος δεν είχε σχεδιαστεί ποτέ στην Ελλάδα -είχε προκύψει από άθροισμα πολλών αποφάσεων εδώ και δεκαετίες- και όλα αυτά μαζί, μας ώθησαν ετεροχρονισμένα να κάνουμε μια πολύ μεγάλη αλλαγή, με κέντρο βάρους το gov.gr. Και το Ταμείο Ανάκαμψης μας επέτρεψε να χρηματοδοτήσουμε το σύνολο της φιλοδοξίας μας, για να μπορέσουμε να κάνουμε αυτή τη μετάβαση. Το gov.gr είχε 2.257 ψηφιακές υπηρεσίες την προηγούμενη εβδομάδα.
Ξέρουμε, επίσης, σαν χώρα πόσες είναι περίπου οι διαδικασίες που πρέπει να ψηφιοποιήσουμε. Είναι κάπου 5.500 υπηρεσίες, οι εξωστρεφείς προς επιχειρήσεις και προς πολίτες.
Άρα, είμαστε σε μια πολύ μεγάλη πορεία. Έχουμε ψηφιοποιήσει τις υπηρεσίες εκείνες οι οποίες παράγουν την περισσότερη γραφειοκρατία και την μεγαλύτερη ταλαιπωρία για τον πολίτη.
Έχουμε ψηφιακό σύστημα φορολογίας, άυλη συνταγογράφηση, ψηφιοποιούμε το κομμάτι που αφορά το κτηματολόγιο. Πολλά συστήματα, πλέον, λόγω του Ταμείου Ανάκαμψης θα μας παραδοθούν μέσα στα επόμενα χρόνια. Το Δημόσιο αποκτά ERP, για πρώτη φορά σε τέτοιο βάθος. Όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά. Αλλά η επανάσταση η οποία είναι ήδη εδώ και που συζητάμε αφορά την τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση, δηλαδή τη σύγκληση της ψηφιακής με τη φυσική και τη βιολογική σφαίρα, και είναι συστήματα τα οποία εκ των πραγμάτων είναι τελείως διαφορετικά από αυτά τα οποία παρήχθησαν στις προηγούμενες δεκαετίες. Γιατί είναι σκεπτόμενα.
Το LLM της Anthropic πρακτικά είναι ένα σύστημα το οποίο μπορούμε να «χακάρει» οποιοδήποτε άλλο. Και αυτό παράγει πάρα πολλά ερωτήματα σε σχέση με την παγκόσμια διακυβέρνηση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Και παράγει πάρα πολλά ερωτήματα σε σχέση με το πώς εμείς πρέπει να ενσωματώσουμε αυτές τις τεχνολογίες σε κάθε χώρα.
Υπάρχει μια διάσταση απολύτως θετική και αφορά την παραγωγικότητα, αφορά το επάγγελμά σας, αφορά το τι μπορούμε να πετύχουμε, το τι μπορούμε να κατακτήσουμε. Σε κάθε χώρα θα σας πω. Όταν ήμουν Υπουργός Παιδείας, το θεμελιώδες ερώτημα ήταν «πώς θα εντάξουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη στην Παιδεία;».
Και μπορείς να το κάνεις αυτό. Καταρχήν τα ψηφιακά μέσα, βήμα ένα. Τότε είχαμε σκεφτεί για παράδειγμα το «Ψηφιακό Φροντιστήριο». Είχαμε σκεφτεί το πώς μπορούμε να ψηφιοποιήσουμε γενικά την ύλη του σχολείου. Και έρχεται η Τεχνητή Νοημοσύνη και σου λέει στον χώρο της Παιδείας: «πώς μπορώ να βοηθήσω τον κάθε μαθητή να κάνει καλύτερα το κομμάτι το οποίο αφορά τη στοχευμένη εκπαίδευση που θα ήθελε να λάβει και, άρα, να επικουρήσει τον ρόλο του δασκάλου;».
Αντιστοίχως, εγώ θα έλεγα ότι η σωστή εφαρμογή της Τεχνητής Νοημοσύνης, σε κάθε κλάδο και σε κάθε επάγγελμα και προφανώς στο δικό σας, μπορεί να γίνει και μπορεί να γίνει και πάρα πολύ καλά. Αυτή είναι η μια διάσταση του θέματος.
Η άλλη διάσταση του θέματος όμως είναι ότι η τεχνολογία οφείλει να έχει το σωστό σύστημα διακυβέρνησης. Και σε παγκόσμιο επίπεδο, αυτή τη στιγμή, αυτό που συζητάμε είναι ακριβώς αυτό: «πώς θα κάνουν και το ένα και το άλλο». Γιατί τόσο η Ελλάδα όσο και η Ευρώπη χρειάζονται μια επανάσταση παραγωγικότητας. Η παραγωγικότητα της Ευρώπης συνολικά είναι χαμηλότερη από την αμερικανική.
Και η παραγωγικότητα της Ελλάδας: έχουμε πετύχει πάρα πολλά στην ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια, θα το επαναλάβω με πιο προφανές το ότι κατακτήσαμε την πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Είμαστε έτοιμοι να αποκτήσουμε το ιστορικό χαμηλό στην ανεργία. Έχουμε διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό.
Και το ελληνικό χρέος έχει πάψει να είναι πρόβλημα. Αποκλιμακώνεται πιο γρήγορα από οποιοδήποτε άλλο χρέος στον πλανήτη. Άρα, όλα αυτά είναι κεκτημένα.
Αλλά ακόμα έχουμε και εκκρεμότητες. Οι επενδύσεις διαρκώς βελτιώνονται ως προς το ΑΕΠ, όταν αναλάβαμε ήταν 11% με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι 21% και τώρα η πρόβλεψη είναι ότι σύντομα θα είμαστε στο 17% με 18%.
Οι εξαγωγές διπλασιάστηκαν από την Ελλάδα το 2009 που μπήκε στην κρίση από 20% στο 42% με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι 51%.
Άρα και εκεί έχουμε διαδρομή να καλύψουμε. Αλλά σίγουρα σε ό,τι αφορά την καινοτομία και την παραγωγικότητα ακόμα έχουμε πολλά να κάνουμε. Και ως χώρα έχουμε πολλά να κάνουμε.
Συνεπώς το να μπορέσουμε να εισάγουμε σωστά την Τεχνητή Νοημοσύνη σε κάθε κλάδο, σε κάθε χώρα και σε κάθε επάγγελμα θα σας έλεγα ότι είναι απολύτως υπαρξιακό για εμάς. Είναι μια συζήτηση που πρέπει να ανοίξει. Υπάρχει, λοιπόν, η διάσταση της απειλής και η διάσταση της ευκαιρίας.
Εγώ θα πω έτσι είναι στα πάντα, έτσι είναι σε όλα. Και το καλό είναι το ότι εδώ, ως χώρα, έχουμε καταφέρει να αποδείξουμε, το αναφέρατε πριν, σε σχέση με το κομμάτι που αφορά την ψηφιακή διακυβέρνηση, έχουμε καταφέρει να κάνουμε πάρα πολλά, πάρα πολύ γρήγορα.
Άρα, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι μπορεί αυτή την εισαγωγή να την κάνουμε πάρα πολύ γρήγορα. Να αναφέρω μια ευρύτερη απειλή, φιλοσοφικά μιλώντας. Η ευρύτερη απειλή είναι το ότι γενικώς εδώ πρέπει να είμαστε λίγο πιο γρήγοροι από ό,τι έχουμε συνηθίσει, με την εξής έννοια: μια κλασική τεχνολογική αλλαγή των προηγούμενων δεκαετιών. Πάντα είχαμε τεχνολογικές αλλαγές. Ο αγαπημένος μου οικονομολόγος ήταν ο Σουμπέτερ, ο οποίος εισήγαγε την έννοια της δημιουργικής καταστροφής. Και έλεγε ότι η καινοτομία είναι η κινητήριος δύναμη του καπιταλισμού. Κάτι έρχεται, κάτι δημιουργείται και κάτι αντικαθιστά.
Το αμάξι αντικαθιστά την άμαξα. Δημιουργούνται επαγγέλματα γύρω από το αυτοκίνητο, χάνονται επαγγέλματα γύρω από την άμαξα. Και αυτή η διαδικασία είναι η κινητήριος δύναμη της οικονομίας.
Το θέμα ποιο ήταν όμως; Οι μεταβάσεις αυτές είτε μιλάμε για την πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση είτε για τη δεύτερη είτε για την τρίτη έπαιρναν κάποιο χρόνο, έπαιρναν μία δεκαετία, μία δεκαπενταετία να πω μία τεχνολογική αλλαγή της γενιάς μου: κάποτε η Αθήνα ήταν γεμάτη με βίντεο-κλαμπ. Στις τελευταίες εκλογές που ήμουν υποψήφιος στην Α’ Αθήνας βρήκα ένα βίντεο-κλαμπ στον Κολωνό και προσπάθησα να φωτογραφηθώ εκεί γιατί πρέπει να ήταν το τελευταίο της Αθήνας.
Το αναφέρω γιατί; Γιατί η μετάβαση από το βίντεο-κλαμπ στο Netflix και στις πλατφόρμες πήρε κάπου δέκα-δεκαπέντε χρόνια
Η διαφορά της Τεχνητής Νοημοσύνης είναι το ότι η εισαγωγή και η ταχύτητά της είναι τέτοια όπου θα μιλάμε σε όρους μηνών, όχι ετών. Και θα πρέπει οι επιχειρήσεις να ανταποκριθούν στην ενσωμάτωση και στην αλλαγή πάρα πολύ γρήγορα και θα πρέπει το ίδιο να κάνουν και τα πολιτικά συστήματα χρόνο με το χρόνο. Είτε αφορά την προσαρμογή τους στο ασφαλιστικό σύστημα, είτε αφορά το πώς θα γίνει εισαγωγή στην Παιδεία είτε αφορά την οικονομία και το καταλυτικό ρόλο που έχετε να παίξετε εσείς, είτε αφορά στη Δικαιοσύνη και το πώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παίξει ρόλο σε αυτήν.
Πολλά επαγγέλματα θα δημιουργηθούν, πολλά επαγγέλματα θα απειληθούν από αυτήν τη μετάβαση και από αυτήν την εξίσωση. Άρα, θα σας έλεγα ότι αυτό είναι και το λεξιλόγιο της εποχής.
Συζητάγαμε στην τελευταία συνάντηση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, πριν από λίγες εβδομάδες, για δύο θέματα: για το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και για το LLM της Anthropic που σας ανέφερα για το τι ρόλο μπορεί να παίξει στην οικονομία. Και παρατηρούσε ένας πολύ έμπειρος συνάδελφός μου ότι ο ιστορικός του μέλλοντος θα φωτίσει και θα καταγράψει το δεύτερο, την Τεχνητή Νοημοσύνη ως πολύ μεγαλύτερο θέμα από το άλλο που κυριαρχεί στο «εδώ» και στο «τώρα». Προφανώς είναι μεγάλο, αλλά οι αλλαγές που η Τεχνητή Νοημοσύνη θα κάνει στα πάντα είναι τέτοιες που βιώνουμε μία ιστορική αλλαγή την οποία δεν μεταβολίζουμε πλήρως. Εγώ θα σας έλεγα ότι αυτό είναι και το λεξιλόγιο όχι μόνο της οικονομίας, που με ρωτήσατε και που αναφερθήκατε πριν. Αυτό οφείλει να είναι και το λεξιλόγιο της πολιτικής. Εμείς, ως πολιτικοί ταγοί, οι υπουργοί, οι κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα. Ο δημόσιος διάλογος πρέπει να γίνει με κέντρο βάρος το μέλλον και όχι με κέντρο βάρος το παρελθόν. Και σίγουρα όχι με κέντρο βάρος τον πολιτικό ανταγωνισμό…το ίδιο αφορά και στα επαγγέλματα όπως το δικό σας.
Και εγώ θα έλεγα ότι γενικότερα ο ελεγκτής λογοδοτεί και ο ελεγκτής ελέγχεται και ο ίδιος. Άρα, δεν υπάρχει θέμα απειλής του επαγγέλματός σας και αυτό το στοιχείο σας καθιστά αναντικατάστατους στην αλυσίδα της ευθύνης. Δεν θα ζητηθούν ποτέ εξηγήσεις από ένα μεγάλο γλωσσικό μοντέλο, από ένα LLM αν παρασυρθεί σε ανορθογραφίες επαγγελματικού τύπου. Θα ζητηθούν από εσάς, από τον ελεγκτή.
Αυτό είναι και το αποφασιστικό σας πλεονέκτημα. Έχετε την ηθική και τη νομική υπόσταση ως φυσικά πρόσωπα. Εκτίθεστε και ελέγχεστε.
Και, άρα, ακριβώς επειδή γνωρίζετε ότι ελέγχεστε και ότι λογοδοτείτε, μπορείτε να διατηρήσετε στο ακέραιο και αναφαίρετο -με την αρωγή της τεχνολογίας, με την αρωγή της Τεχνητής Νοημοσύνης- το κύρος, την ευθύνη, την ανεξαρτησία και την ισχύ της απόφασης και της υπογραφής σας. Ακόμα και σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία. Εγώ θα έλεγα πόσο μάλλον σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία.
Θέλω να προσθέσω επίσης ότι ευρύτερα στην Ελλάδα της ανάπτυξης, γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα, έχουμε διπλό ρυθμό ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τις διεθνείς προκλήσεις και παρά τα προβλήματα, τα οποία είναι προφανώς εκεί και εκκρεμούν να επιλυθούν.
Υπάρχουν και πληθαίνουν οι ανάγκες και οι ευκαιρίες για ελεγκτικά έργα. Επιζητούμε και στηρίζουμε το έργο των ελεγκτικών εταιρειών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για υψηλή ποιότητα. Από αυτή την υψηλή ποιότητα του ελεγκτικού έργου, άλλωστε, θα εξαρτηθεί -ανάμεσα σε άλλα- το πλαίσιο της ανάπτυξης και η καλή φήμη της χώρας για να εδραιωθεί ο σύγχρονος τρόπος προσέλκυσης βιώσιμων επενδύσεων. Η ελληνική επενδυτική ταυτότητα εξαρτάται σε πολύ σημαντικό βαθμό από τη δική σας δουλειά. Θέλω λοιπόν να συγχαρώ την ΕΛΤΕ για αυτή την πρωτοβουλία. Η σημερινή συζήτηση πέρα από το μέλλον ενός επαγγέλματος κρίσιμου για την οικονομία αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο συνδυάζουμε την ανάπτυξη με την αξιοπιστία, την καινοτομία με την ευθύνη και την τεχνολογική πρόοδο με την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Ιδιαίτερα τώρα, όταν η ταχύτητα των μεγάλων αλλαγών και των νέων πληροφοριών καθιστά πιεστική την ανάγκη για επικύρωση και αξιοπιστία με επάρκεια και με ταχύτητα.
Ο πήχης ανεβαίνει για όλους μας σε όλα τα πεδία δράσης.
Το δικό σας πεδίο δεν θα μπορούσε εκ των πραγμάτων να μείνει ανεπηρέαστο. Είναι ευθύνη, είναι πρόκληση και είναι ευκαιρία που είμαι βέβαιος ότι οι Έλληνες ελεγκτές θα αξιοποιήσετε στο έπακρο. Και με αυτόν τον τρόπο θα συνδεθείτε ακόμα πιο οργανικά με τα επόμενα βήματα της ανάπτυξης και της προόδου στον τόπο μας.
Σας ευχαριστώ πολύ».
Πιερρακάκης: Από το Υπερταμείο στο Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο
Τη μετονομασία του Υπερταμείου σε Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο, εξήγγειλε νωρίτερα ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, σε ομιλία του στο συνέδριο του Υπερταμείου: «Η Ελλάδα στο επίκεντρο του διεθνούς επενδυτικού διαλόγου».
Όπως είπε χαρακτηριστικά, οι θεσμοί δεν είναι ποτέ ουδέτεροι. Κουβαλούν ιστορία, μνήμες και συμβολισμούς. Το Υπερταμείο γεννήθηκε σε μια εποχή κρίσης, όταν η συζήτηση γύρω από τη δημόσια περιουσία γινόταν με όρους φόβου, επιτήρησης και περιορισμού. Αυτή η Ελλάδα, πρόσθεσε, δεν είναι η Ελλάδα του σήμερα. Και είναι η στιγμή αυτό να αποτυπωθεί και θεσμικά. Να αφήσουμε οριστικά πίσω όχι μόνο μια δύσκολη περίοδο, αλλά και το λεξιλόγιο που τη συνόδευε.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η μετονομασία του Υπερταμείου αποτελεί μια αλλαγή με ουσιαστικό περιεχόμενο και εξίσου ισχυρό συμβολισμό. Διότι αυτός είναι πλέον ο ρόλος του: να μετατρέπει τη δημόσια περιουσία σε παραγωγικό κεφάλαιο, να κινητοποιεί επενδύσεις, να λειτουργεί ως μοχλός μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Η ώρα είναι τώρα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει. Οφείλει να επενδύσει, να επιταχύνει, να τολμήσει. Να αφαιρέσει τον φόβο από την εξίσωση του μέλλοντος. Να διαγράψει από το συλλογικό της λεξιλόγιο το «δεν», από το «δεν γίνεται», επεσήμανε επίσης.
«H ελληνική οικονομία σήμερα, δεν είναι η οικονομία της κρίσης»
Ο κ. Πιερρακάκης ανέφερε, παράλληλα, ότι η ελληνική οικονομία σήμερα, δεν είναι σαφώς η οικονομία της κρίσης. Αυτό δεν σημαίνει, πρόσθεσε, «και πρώτος εγώ θα πω», ότι λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Σημαίνει, όμως, ότι η χώρα έχει πλέον αλλάξει κατηγορία. Έχει ανακτήσει αξιοπιστία, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και, το σημαντικότερο, έχει αποδείξει ότι μπορεί να συνδυάζει ανάπτυξη με δημοσιονομική υπευθυνότητα.
Αναπτυσσόμαστε, είπε, με έναν ρυθμό της τάξης του 2%. Είναι σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο ευρωπαϊκό. Η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 8%. Είμαστε κοντά στο να πιάσουμε το ιστορικό χαμηλό στην ανεργία. Κάποτε, θυμάστε όλοι και όλες ότι είχαμε επίπεδα που ξεπερνούσαν το 27%. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν το 2019, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός. Οι επενδύσεις ήταν κάπου στο 11% του ΑΕΠ, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να είναι στο 21,2%. Ξεπέρασαν το 17% το 2025. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν, επίσης, θεαματικά ως ποσοστό του ΑΕΠ. Όταν η Ελλάδα μπήκε στην κρίση, είχε εξαγωγές 20% του ΑΕΠ και τώρα είμαστε στο 42% με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, βέβαια, να είναι κάπου στο 51%, σημείωσε ο κ. Πιερρακάκης και πρόσθεσε: Άρα, ως προς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, που αποτελούν τον πυρήνα της αλλαγής του οικονομικού μας μοντέλου, η χώρα έχει πολιτική, δημοσιονομική και οικονομική σταθερότητα. Βρισκόμαστε σε μια διαδρομή πλήρους αλλαγής του οικονομικού και του παραγωγικού μας μοντέλου, πάρα πολύ ευεργετική, πάρα πολύ θετική, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί ακόμα. Και βέβαια, είπε στη συνέχεια, να επαναλάβω αυτό το οποίο τόσο ο πρωθυπουργός και εγώ αναφέρουμε και υπογραμμίζουμε πάρα πολύ συχνά, το δημόσιο χρέος: έχουμε το μεγαλύτερο μέγεθος μεταβολής σε σχέση με αυτό. Από το 154,2% του ΑΕΠ το 2024, η πρόβλεψη το τοποθετεί κάτω από το 120%, συγκεκριμένα 119% το 2029. Και θυμίζω ότι μετά το COVID-19 είχαμε ξεπεράσει το 200%. Έχουμε την ταχύτερη μείωση δημοσίου χρέους στον κόσμο.
Τα στοιχεία
Ο κ. Πιερρακάκης υπενθύμισε ότι πριν από λίγες ημέρες η Ελλάδα προχώρησε σε νέα πρόωρη αποπληρωμή δανείων του πρώτου «ακριβού» μνημονίου, ύψους 6,94 δισ. ευρώ. Εξασφαλίζοντας ετήσια εξοικονόμηση άνω των 200 εκατ. ευρώ σε τόκους. Δηλαδή, ενδεικτικά, για κάθε ένα δισ. ευρώ που αποπληρώνουμε πρόωρα, η ελληνική οικονομία εξοικονομεί περίπου 30 εκατ. ευρώ σε τόκους ετησίως. Το όφελος τέτοιων κινήσεων, σύμφωνα με τον υπουργό, είναι βαθιά αναπτυξιακό. Κάθε πρόωρη αποπληρωμή ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας, μειώνει την αβεβαιότητα και τροφοδοτεί έναν κύκλο αξιοπιστίας. Έναν κύκλο που βελτιώνει το κόστος χρηματοδότησης συνολικά: για το κράτος, για τις επιχειρήσεις και, τελικά, για ολόκληρη την οικονομία. Κι εγώ θα πω ότι σίγουρα είναι βαθιά πολιτικό το μήνυμα του να επιλέγεις να μην περάσεις τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά.
Αναφερόμενος στο Υπερταμείο, δήλωσε ότι αυτή ακριβώς η αλλαγή μάς επιτρέπει να περάσουμε από τη λογική της διαχείρισης κρίσεων στη λογική της στρατηγικής. Και σε αυτή τη μετάβαση αποκτά κεντρικό ρόλο το Υπερταμείο. Για πολλά χρόνια, ο θεσμός συνδέθηκε με την εποχή των μνημονίων, με την αίσθηση επιτήρησης, με μια αμυντική προσέγγιση απέναντι στη δημόσια περιουσία. Σήμερα, όμως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι το τι το Υπερταμείο συμβόλιζε κάποτε, αλλά ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει τώρα. Η απάντηση είναι ότι μπορεί πραγματικά να διαδραματίσει ρόλο καταλύτη.
Αναφερόμενος σε στοιχεία για το Υπερταμείο, είπε ότι σήμερα διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία ύψους περίπου 12,3 δισ. ευρώ, διαθέτει χαρτοφυλάκιο 23 θυγατρικών και συμμετοχών, παρουσία σε 11 στρατηγικούς τομείς της οικονομίας και περισσότερους από 25.000 εργαζόμενους στις εταιρείες του. Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν επενδύσεις σε κρίσιμες εθνικές υποδομές στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών, των logistics, των ακινήτων και των δικτύων. Και εδώ, πρόσθεσε, βρίσκεται η μεγάλη ποιοτική διαφορά με το παρελθόν, γιατί, για δεκαετίες στην Ελλάδα μιλούσαμε για ανταγωνιστικότητα σχεδόν θεωρητικά. Γνωρίζαμε τη συνταγή: περισσότερες επενδύσεις, καλύτερες υποδομές, βελτιώσεις στην παραγωγικότητα, ταχύτερη διοίκηση. Έλειπε, όμως, ο θεσμός που θα μπορούσε να συγχρονίσει όλα αυτά τα πεδία και να τα μετατρέψει σε πραγματικό αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή.
Αυτός είναι ο στρατηγικός ρόλος του Growthfund. Είναι ο φορέας που μπορεί να κινητοποιεί κεφάλαια, να ωριμάζει έργα και να επιταχύνει επενδύσεις σε κομβικούς τομείς της οικονομίας. Η συγκεκριμένη ανάγκη συνδέεται με μια πρωτοβουλία που θεωρώ, όπως είπε, κομβικής σημασίας για την επόμενη δεκαετία: το Invest10. Το Invest10 δεν είναι ένα ακόμη επενδυτικό πρόγραμμα, ούτε μια άσκηση στρατηγικού σχεδιασμού στα χαρτιά. Είναι μια συνειδητή προσπάθεια να απαντήσουμε σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Σε ποιους τομείς θέλουμε η Ελλάδα να κερδίσει την επόμενη δεκαετία; Γιατί μια χώρα δεν αναπτύσσεται απλώς επειδή προσελκύει περισσότερα κεφάλαια. Αναπτύσσεται όταν κατευθύνει τα κεφάλαια εκεί όπου δημιουργείται η μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, εκεί όπου χτίζονται ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα με διάρκεια.
«Η Ελλάδα διαθέτει ήδη ισχυρή βάση»
Σε συνεργασία με τη McKinsey, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και το Growthfund χαρτογραφούν συστηματικά τους τομείς που μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ανάπτυξης για τη χώρα. Το Invest10 έρχεται να λειτουργήσει ως μηχανισμός στρατηγικής εστίασης, με τη λογική ότι μια ώριμη οικονομία οφείλει να γνωρίζει πού διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα και πού αξίζει να επιταχύνει.
Πρόκειται για τομείς της νέας οικονομίας, όπως οι ημιαγωγοί, τα data centers, η τεχνητή νοημοσύνη, οι ψηφιακές υποδομές και οι νεοφυείς επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας. Όμως ταυτόχρονα και για τομείς στους οποίους η Ελλάδα διαθέτει ήδη ισχυρή βάση, όπως οι υποδομές, η ενέργεια, τα logistics, η αγροδιατροφή, ο ιατρικός τουρισμός και η λεγόμενη «ασημένια οικονομία», economy of longevity, η οικονομία που αναπτύσσεται γύρω από τη μακροζωία, την υγεία και την ποιοτική γήρανση. Αυτή η διπλή στόχευση είναι απολύτως χρήσιμη και κρίσιμη, γιατί η ανάπτυξη δεν έρχεται μόνο από το νέο, ούτε μόνο από το παραδοσιακό. Έρχεται από την ικανότητα μιας χώρας να συνδέει το παραγωγικό της παρόν με τις τεχνολογίες του μέλλοντος.
Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρώ, δήλωσε, πως η συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα πρέπει να απελευθερωθεί από παλιές, στερεοτυπικές προσεγγίσεις. Η ανταγωνιστικότητα κρίνεται στην πράξη, σε πολύ συγκεκριμένα μεγέθη: στο κόστος της ενέργειας για μια βιομηχανία, στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση, στον χρόνο που απαιτείται για να αδειοδοτηθεί μια επένδυση, στην ταχύτητα με την οποία προϊόντα μεταφέρονται από ένα δικό μας λιμάνι σε μια ευρωπαϊκή αγορά, στην παραγωγικότητα της εργασίας και, τελικά, στην ικανότητα του κράτους να λειτουργεί όχι απλά ως μη εμπόδιο, αλλά και ως επιταχυντής.
Το Υπερταμείο βρίσκεται στο σημείο τομής όλων αυτών των μεταβλητών. Επηρεάζει υποδομές, μεταφορές, ενέργεια, ακίνητη περιουσία, στρατηγικές συμμετοχές. Διαθέτει, με άλλα λόγια, την ιδανική οπτική γωνία για να βλέπει την οικονομία όχι αποσπασματικά, αλλά ως ένα ενιαίο και λειτουργικό σύνολο. Σε αυτό το σημείο, η ελληνική στρατηγική τέμνεται ξανά με την ευρωπαϊκή. Όσο περισσότερο η Ευρώπη εμβαθύνει τις κεφαλαιαγορές της, όσο περισσότερο ενοποιεί την ενεργειακή αγορά της και όσο περισσότερο επενδύει σε κοινές υποδομές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία εθνικών θεσμών όπως το Υπερταμείο.
Όπως ανέφερε ο κ. Πιερρακάκης, η αξία ενός ελληνικού λιμανιού πολλαπλασιάζεται όταν η Ευρώπη λειτουργεί ως πραγματικά ενιαία αγορά logistics, η αξία μιας ενεργειακής υποδομής αυξάνεται όταν υπάρχει βαθύτερη ενεργειακή ενοποίηση, η δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλων ελληνικών έργων διευρύνεται όταν οι ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές γίνονται πιο ώριμες και πιο αποτελεσματικές.
Όμως, όσο σημαντικές κι αν είναι αυτές οι διαστάσεις, υπάρχει ένα βαθύτερο ερώτημα που οφείλουμε να απαντάμε με ειλικρίνεια κάθε φορά που μιλάμε για ανάπτυξη. Γιατί θέλουμε περισσότερες επενδύσεις; Γιατί επιδιώκουμε μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα; Γιατί επιμένουμε στις υποδομές, στην παραγωγικότητα και στην εξωστρέφεια;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς «για να αυξηθεί το ΑΕΠ». Το ΑΕΠ είναι ένας κρίσιμος δείκτης, αλλά δεν είναι ο τελικός σκοπός της πολιτικής. Ο τελικός σκοπός είναι η βελτίωση της ζωής των πολιτών. Αν η ανάπτυξη δεν μεταφράζεται σε καλύτερους μισθούς, σε περισσότερες ευκαιρίες, σε μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα, σε περισσότερη ασφάλεια για τη μεσαία τάξη και σε ισχυρότερο κοινωνικό κράτος, τότε χάνει μέρος της πολιτικής και κοινωνικής νομιμοποίησής της.
Η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα, ανέφερε ο υπουργός, προϋποθέτει κοινωνική συνοχή και δίκαιη κατανομή των ευκαιριών. Οι κοινωνίες που αισθάνονται αποκλεισμένες από την πρόοδο δεν στηρίζουν τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται για τη συνέχιση της ανάπτυξης. Γι’ αυτό το ζήτημα των επενδύσεων είναι, στην ουσία, ζήτημα στρατηγικού προσανατολισμού της χώρας. Αφορά στο παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας, την επιτάχυνση της πραγματικής σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τη μετάβαση σε μια νέα εποχή, όπου η χώρα δεν θα μετρά απλώς την πρόοδό της σε σχέση με την κρίση, αλλά σε σχέση με τις ισχυρότερες οικονομίες της Ευρώπης, και αυτό είναι απολύτως εφικτό.
Οι εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Μιλώντας για τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο υπουργός είπε ότι η συζήτηση για την ανάπτυξη στην Ελλάδα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις μεγάλες στρατηγικές επιλογές που διαμορφώνονται σήμερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οπότε ξεκινώ από αυτό.
Αν έπρεπε να θέσω ένα μόνο ερώτημα για την Ευρώπη, αυτό θα ήταν: Ποιος θα χρηματοδοτήσει το μέλλον της; Ποιος θα καλύψει τις τεράστιες ανάγκες που γεννά η νέα εποχή στην άμυνα και την ασφάλεια, στην ενεργειακή αυτονομία, στις ψηφιακές υποδομές, στην τεχνητή νοημοσύνη, στους ημιαγωγούς, στα data centers, στα νέα δίκτυα που θα καθορίσουν ουσιαστικά ποιοι θα είναι οι νικητές της επόμενης δεκαετίας;
Η απάντηση, τόνισε, είναι σαφής. Η ίδια η Ευρώπη οφείλει να επενδύσει στον εαυτό της. Να αξιοποιήσει πολύ πιο αποτελεσματικά τα δικά της κεφάλαια, τη δική της αποταμίευση, το δικό της ανθρώπινο δυναμικό, τη δική της παραγωγική βάση. Και ταυτόχρονα, κάθε κράτος- μέλος που θέλει να πρωταγωνιστήσει σε αυτή τη νέα εποχή οφείλει να επενδύσει κι αυτό στον δικό του παραγωγικό μετασχηματισμό.
Σύμφωνα με τον υπουργό, κάθε μεγάλος κύκλος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης υπήρξε ιστορικά η απάντηση σε μια μεγάλη πρόκληση. Η Ενιαία Αγορά της δεκαετίας του 1980 ήταν η απάντηση στον κατακερματισμό των ευρωπαϊκών οικονομιών. Το ευρώ υπήρξε το επόμενο μεγάλο βήμα, προσφέροντας σταθερότητα, εμπιστοσύνη και κοινό οικονομικό ορίζοντα. Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε έναν τρίτο μεγάλο κύκλο. Έναν κύκλο που αφορά την επενδυτική και παραγωγική ενοποίηση της Ευρώπης.
Όπως επεσήμανε χαρακτηριστικά, αυτό συμβαίνει επειδή ο κόσμος γύρω μας έχει αλλάξει δραστικά. Οι γεωπολιτικές βεβαιότητες των τελευταίων δεκαετιών έχουν κλονιστεί. Εντάσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε αδιανόητες αποτελούν πλέον μέρος της νέας πραγματικότητας. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η αβεβαιότητα γύρω από κρίσιμους ενεργειακούς διαδρόμους, μας υπενθυμίζουν πόσο εύθραυστη παραμένει η παγκόσμια ισορροπία. Η ενέργεια μπορεί ξανά να μετατραπεί μέσα σε λίγες ημέρες από αγαθό, σε εργαλείο ισχύος. Η τεχνολογία δεν είναι πια μόνο πεδίο καινοτομίας ή επιχειρηματικού ανταγωνισμού, βασικά είναι πεδίο στρατηγικής κυριαρχίας.
Όταν, λοιπόν, πρόσθεσε, η οικονομία επανασυνδέεται τόσο στενά με τη γεωπολιτική, η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι εξακολουθεί να διαθέτει τη στρατηγική αυτοπεποίθηση για να κάνει το επόμενο άλμα. Και το παράδοξο είναι ότι διαθέτει σχεδόν όλα τα δομικά πλεονεκτήματα για να το πετύχει. Διαθέτει τεράστιες αποταμιεύσεις, που υπερβαίνουν τα 10 τρισ. ευρώ. Διαθέτει ισχυρή βιομηχανική βάση, σίγουρα σύγχρονα κορυφαία πανεπιστήμια, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο και ώριμους θεσμούς.
Το πρόβλημα της Ευρώπης, άρα, σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, δεν είναι η έλλειψη πόρων. Είναι ότι, πολύ συχνά, το σύνολο αποδίδει πολύ λιγότερο από ό,τι θα δικαιολογούσε το άθροισμα των μερών του. Ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις χρηματοδοτούν την ανάπτυξη εκτός Ευρώπης. Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αναζητούν κεφάλαια σε τρίτες χώρες για να αναπτυχθούν. Οι αγορές ενέργειας παραμένουν κατακερματισμένες. Και αυτό δημιουργεί ένα κόστος που τελικά μεταφράζεται σε χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα.
Η απάντηση, κατέληξε, βρίσκεται εκ των πραγμάτων σε μια πιο βαθιά οικονομική ολοκλήρωση. Σε μια Ευρώπη περισσότερο διασυνδεδεμένη, συντονισμένη, ικανή να κινητοποιεί κεφάλαια για στρατηγικές επενδύσεις. Και από αυτό το ευρωπαϊκό πλαίσιο ξεκινά και κάθε σοβαρή ελληνική συζήτηση για την ανάπτυξη.
Ειδήσεις Σήμερα
- Αγαπηδάκη από Ημαθία: Η πρόληψη φτάνει σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, κανένας πολίτης δεν είναι μόνος του
- Νέα σελίδα για τις Ένοπλες Δυνάμεις – Το ΓΕΕΘΑ στην εποχή της κυβερνοάμυνας – Μητσοτάκης: Κομβική μέρα για την ασφάλεια της πατρίδας
- Παπαστεργίου: Στο Pharos AI Factory χτίζουμε λύσεις τεχνητής νοημοσύνης με ελληνικό αποτύπωμα και ευρωπαϊκά πρότυπα

