Μιλώντας στη Βουλή των Κοινοτήτων, ο Μπράιαντ περιέγραψε τον πρώην πρίγκιπα ως «αγενή, αλαζόνα και υπερφίαλο», προσθέτοντας ότι δεν μπορούσε να διαχωρίσει «το δημόσιο συμφέρον, το οποίο ισχυριζόταν ότι υπηρετούσε, από το προσωπικό του συμφέρον».
Ο Βρετανός υπουργός ανέφερε ότι συνάδελφοι και δημόσιοι λειτουργοί του είχαν μοιραστεί εμπειρίες από επαφές με τον Άντριου, οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά: «έναν άνθρωπο που βρισκόταν διαρκώς σε μια προσπάθεια αυτοπροβολής και προσωπικού οφέλους».
Στο πλαίσιο της τοποθέτησής του, ο Μπράιαντ αναφέρθηκε σε επίσκεψη του Άντριου στο Τόνιπαντι για συνάντηση με δόκιμους του ναυτικού. Όπως είπε, οι νέοι ήταν ιδιαίτερα ενθουσιασμένοι που θα συναντούσαν μέλος της βασιλικής οικογένειας, ωστόσο εκείνος επέμεινε να φτάσει με ελικόπτερο, σε αντίθεση με τη μητέρα του, η οποία είχε επισκεφθεί την περιοχή Ρόντα δύο φορές οδικώς. Κατά τον Μπράιαντ, ο Άντριου αποχώρησε νωρίτερα και δεν έδειξε ουσιαστικό ενδιαφέρον για τους δόκιμους.
Ο υπουργός διευκρίνισε ότι η συμπεριφορά αυτή «δεν συνιστά έγκλημα», προσθέτοντας με σκωπτικό ύφος ότι «ούτε η αλαζονεία είναι – ευτυχώς, υποθέτω».
Τέλος, ο Μπράιαντ ανέφερε ότι είχε ζητήσει επανειλημμένα ήδη από το 2011 την απομάκρυνση του Άντριου από τη θέση του ειδικού εμπορικού απεσταλμένου, εν μέρει λόγω της σχέσης του με τον Τζέφρι Επστάιν. Παρ’ όλα αυτά, όπως υποστήριξε, ο τότε πρωθυπουργός, ο υπουργός Εσωτερικών και «πολλοί άλλοι στην κυβέρνηση» υπερασπίστηκαν τον Άντριου «ξανά και ξανά».