Η ηγεσία του Στάρμερ δέχθηκε έντονη πίεση ύστερα από νέα αντιπαράθεση σχετικά με τον διορισμό του Πίτερ Μάντελσον ως πρέσβη στις ΗΠΑ. Η σύνδεση του πρώην -πλέον- πρέσβη στις ΗΠΑ με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Επστιν προκάλεσε ντόμινο παραιτήσεων ανώτερων στελεχών στην Ντάουνινγκ Στριτ και δημόσιες εκκλήσεις για αποχώρηση του Στάρμερ. Ο διευθυντής του γραφείου του, Μόργκαν Μακ Σουίνι, παραιτήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για την επιλογή του Μάντελσον. Λίγο αργότερα ακολούθησε και ο διευθυντής επικοινωνίας, Τιμ Αλαν. Σύμφωνα με βρετανικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, υπουργοί ετοιμάζονταν να ζητήσουν ιδιωτικά από τον Στάρμερ να παραιτηθεί ή να απειλήσουν με δικές τους αποχωρήσεις. Στις 9 Φεβρουαρίου, ο ηγέτης των Σκωτσέζων Εργατικών, Ανας Σάρβαρ, ζήτησε δημόσια την παραίτηση του Στάρμερ, αποτελώντας τον πιο υψηλόβαθμο Εργατικό που το κάνει. Προς το παρόν, ωστόσο, ο Στάρμερ διατηρεί τη δημόσια υποστήριξη ανώτερων κυβερνητικών στελεχών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τα βρετανικά Μέσα έχουν αναφέρει ως πιθανούς διεκδικητές της ηγεσίας του κόμματος, όπως η πρώην αναπληρώτρια πρωθυπουργός, Αντζελα Ρέινερ, ο υπουργός Υγείας, Γουές Στρίτινγκ, η υπουργός Εσωτερικών, Σαμπάνα Μαχμούντ, και ο υπουργός Ενέργειας, Εντ Μίλιμπαντ.
Το σκάνδαλο Μάντελσον προστίθεται σε μήνες αυξανόμενης πίεσης προς τον Στάρμερ, που προέρχεται από τα χαμηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις και την εντεινόμενη κριτική εντός των Εργατικών σχετικά με την άσκηση εξουσίας του, την κατεύθυνση της πολιτικής του και την εκλογική απήχησή του. Αυτό αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο είτε να παραιτηθεί είτε να αντιμετωπίσει επίσημη πρόκληση για την ηγεσία τις επόμενες εβδομάδες ή μήνες. Ο Στάρμερ ήλπιζε να αποσείσει την ευθύνη για τον διορισμό Μάντελσον απομακρύνοντας τον Μακ Σουίνι. Ενδέχεται ακόμη να προσπαθήσει να ενισχύσει τη θέση του μέσω ανασχηματισμού του Υπουργικού Συμβουλίου ή μέσω συμβολικών παραχωρήσεων προς την αριστερή πτέρυγα του κόμματος, όπως με την αναβάθμιση στελεχών όπως η Ρέινερ. Ωστόσο, αυτά τα μέτρα περιορισμού της ζημιάς είναι απίθανο να σταματήσουν τη διάβρωση της εμπιστοσύνης στο εσωτερικό του κόμματος.
Η κρίση εξελίσσεται, ενώ οι Εργατικοί χάνουν ψήφους προς το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ στα δεξιά και προς τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες στα αριστερά. Οι επερχόμενες εκλογικές δοκιμασίες θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για αλλαγή ηγεσίας. Η αναπληρωματική εκλογή της 26ης Φεβρουαρίου στο Γκόρτον και Ντέντον (παραδοσιακό προπύργιο των Εργατικών) φέρνει πλέον τους Πράσινους και το Reform UK να ανταγωνίζονται σοβαρά για την έδρα, ενώ ένας ευρύτερος γύρος τοπικών εκλογών τον Μάιο αναμένεται να επιφέρει σημαντικές απώλειες για τους Εργατικούς. Οι εσωτερικοί κανόνες του κόμματος επιτρέπουν πρόκληση ηγεσίας εάν το 20% των βουλευτών του (δηλαδή 81 από τους 405) στηρίξει έναν εναλλακτικό υποψήφιο. Αυτό το όριο φαίνεται ολοένα και πιο εφικτό, καθώς περισσότερα στελέχη αναρωτιούνται αν η αντικατάσταση του Στάρμερ θα μπορούσε να βελτιώσει τις προοπτικές των Εργατικών εν όψει των τοπικών εκλογών του Μαΐου και των γενικών εκλογών του 2029. Ακόμη και αν ο Στάρμερ επιβιώσει από τις άμεσες συνέπειες της υπόθεσης Μάντελσον, οι αναμενόμενες εκλογικές αποτυχίες του κόμματος θα βαθύνουν τις εσωτερικές διαιρέσεις και θα εντείνουν τις εκκλήσεις για νέο ηγέτη.
Παρότι οι αγορές ταράζονται από την πιθανότητα πολιτικής αστάθειας και το ενδεχόμενο αλλαγής ηγεσίας, όποιος και να διαδεχθεί τον Στάρμερ θα διατηρήσει -πιθανότατα- την ίδια γραμμή πολιτικής με άξονα τη δημοσιονομική πειθαρχία. Η αντίδραση των αγορών μέχρι στιγμής είναι περιορισμένη αλλά αισθητή, αντικατοπτρίζοντας την ευαισθησία των επενδυτών στην πιθανότητα αβεβαιότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το βασικό ερώτημα για τους επενδυτές αφορά το ποιος θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον Στάρμερ και σε ποιον βαθμό θα έδινε προτεραιότητα στη δημοσιονομική συγκράτηση. Στελέχη από τις κεντρώες ή κεντροδεξιές τάσεις των Εργατικών (π.χ. Στρίτινγκ, Μαχμούντ, Κούπερ και Χίλι) θα τόνιζαν -πιθανότατα- τη δημοσιονομική πειθαρχία, τον έλεγχο του χρέους και την προβλεψιμότητα της πολιτικής, διατηρώντας σε γενικές γραμμές την προσέγγιση Στάρμερ στην πλευρά της προσφοράς και τις περιορισμένες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις. Θα επεδίωκαν, επίσης, να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη εντός των υφιστάμενων δημοσιονομικών ορίων, να διατηρήσουν την τρέχουσα πορεία των αμυντικών δαπανών και να επιδιώξουν προσεκτική, πραγματιστική επαναπροσέγγιση με την Ε.Ε.
Αντίθετα, ένας πιο αριστερόστροφος ηγέτης (π.χ. Ρέινερ ή Μίλιμπαντ) θα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στις κοινωνικές δαπάνες, στις πράσινες επενδύσεις και τις πολιτικές αναδιανομής πλούτου, περισσότερο ευθυγραμμισμένες με την παραδοσιακή κοινωνικοοικονομική ατζέντα των Εργατικών. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση, οι συνολικές αυξήσεις δαπανών θα παρέμεναν σχετικά περιορισμένες μέσω αντισταθμίσεων. Σε κάθε περίπτωση, θα επικρατούσε ευρεία συνέχεια πολιτικής στους τομείς της άμυνας, της ευθυγράμμισης με το ΝΑΤΟ και των σχέσεων με την Ε.Ε. Οι βασικές διαφορές θα επικεντρώνονταν στον βαθμό της δημοσιονομικής συγκράτησης και τους τρόπους επίτευξής της. Μια πιο φιλόδοξη επαναπροσέγγιση με την Ε.Ε. θα ήταν, επίσης, πιθανότερη υπό έναν αριστερόστροφο ηγέτη, καθώς θα ήταν λιγότερο περιορισμένος από ανησυχίες σχετικά με την εντύπωση ότι «αντιστρέφεται το Brexit».
Συνολικά, απότομες ανατροπές πολιτικής παραμένουν απίθανες υπό οποιαδήποτε νέα ηγεσία. Αν και η βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα μπορεί να συνεχιστεί όσο εξελίσσεται η διαδικασία διαδοχής, ο κίνδυνος παρατεταμένης πίεσης στις αγορές είναι περιορισμένος, δεδομένων της ισχυρής διακομματικής αποστροφής προς τη δημοσιονομική αστάθεια και της απουσίας αξιόπιστων εναλλακτικών που να υποστηρίζουν ριζικές αποκλίσεις από το τρέχον μακροοικονομικό πλαίσιο.

