Από εκεί μετάγεται στις ανακρίσεις με χειροπέδες στον ανακριτή, καταθέτει και επιστρέφει με το περιπολικό της ΕΛ.ΑΣ. Εκεί, λοιπόν, είχαν συγκεντρωθεί άνθρωποι που δούλευαν γι’ αυτόν, συνεχίζουν να πληρώνονται μετά τη τραγωδία, τον χειροκροτούσαν και τον επευφημούσαν. Είναι ο άνθρωπος που επί του παρόντος φέρεται να ερευνάται ως ο κύριος υπεύθυνος για την έκρηξη και τον επακόλουθο φρικτό θάνατο των πέντε γυναικών.
Ιδιαιτέρως δυσεξήγητη κατάσταση. Χειροκροτούσαν τον άνθρωπο που από τα στοιχεία που μέχρι στιγμής έχουν διαρρεύσει και δεν έχουν διαψευστεί φέρεται να βαρύνεται με εγκληματικές παραλείψεις και στα τρία εργοστάσια που διαθέτει. Ακόμα και το πόρισμα της Πυροσβεστικής, πριν καν ολοκληρώσει η Δικαιοσύνη τη δουλειά της, είναι σαφές. Εντοπίστηκαν σοβαρότατες παραβάσεις σε δύο υπέργειες δεξαμενές, καθώς και στο δίκτυο σωληνώσεων από όπου μεταφερόταν το προπάνιο. «Εγώ είμαι το αφεντικό, εγώ θα κάνω ό,τι θέλω», φέρεται να είπε σε έναν τεχνικό, ο οποίος, σύμφωνα με την κατάθεση που έδωσε, ο ιδιοκτήτης δεν συμφώνησε στα χρήματα που του ζήτησε και του έδωσε εντολή να φτιάξει τις σωληνώσεις με τη φτηνή και άρα εξαιρετικά επικίνδυνη επιλογή.
Οι εργαζόμενοι, λοιπόν, χειροκροτούσαν τον ιδιοκτήτη της εταιρίας. Το πιθανότερο, ανάμεσα σε αυτούς που επευφημούσαν βρίσκονταν και άνθρωποι που έκλαιγαν και θρηνούσαν για μέρες για τον χαμό των πέντε γυναικών. Κάποιοι μπορεί να δούλευαν μαζί, να μοιράζονταν το ίδιο παγκάκι στο διάλειμμα για κολατσιό, να έλεγαν ιστορίες για τα παιδιά και τα εγγόνια τους, να ξεκαρδίζονταν στα γέλια ή και να μοιράζονταν τις στεναχώριες του σπιτιού. Αλήθεια, τι μπορεί να είναι αυτό που φέρνει τον άνθρωπο σε τέτοια θέση; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση και όσοι πιστεύουν ότι έχουν, κάνουν λάθος. Τίποτα δεν είναι εύκολο σε τέτοιες καταστάσεις. Ο φόβος της ανεργίας, άλλωστε, δεν αστειεύεται. Ούτε και ο τρόμος της απληρωσιάς όταν πλησιάζουν οι μέρες για το νοίκι, το δάνειο, τους λογαριασμούς, το φροντιστήριο του παιδιού.
Οι ίδιοι έβγαλαν, χθες, ανακοίνωση στην οποία αναφέρουν ότι «η πόρτα του γραφείου του δεν ήταν απλώς ανοιχτή για εμάς, ήταν ένας χώρος στον οποίο μπορούσαμε να μπούμε χωρίς φόβο, να μιλήσουμε ελεύθερα, να ακουστούμε». Είναι μία εκδοχή. Υπάρχει και άλλη, όμως, βαθύτερη. Τόσο τα χειροκροτήματα στον ιδιοκτήτη της «Βιολάντα» όσο και οι κατάρες – καταδίκες για την ενοχή του, στην παρούσα φάση, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αγνοούν τη Δικαιοσύνη και τις διαδικασίες της. Ανεξάρτητα από το εάν σήμερα ο ιδιοκτήτης είναι προφυλακισμένος, τα τελευταία χρόνια η ελληνική κοινωνία εκπαιδεύεται με όλους τους τρόπους να μην περιμένει τη Δικαιοσύνη, να μην έχει θεσμική κουλτούρα αλλά να αποφασίζει με το θυμικό, ιδίως την οργή, αν κάποιος είναι αθώος ή ένοχος. Και αυτό έχει κόστος.