Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, που δίνεται για έκτη διαδοχική φορά από την κυβέρνηση Μητσοτάκη και φθάνει πλέον από την 1η Απριλίου στα 920 ευρώ, αποτυπώνει μια συνολική αύξηση 41,54% σε σχέση με το 2019 και έχει ως στόχο την ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, εντός των αντοχών της οικονομίας και των δημοσιονομικών μεγεθών.
Παράλληλα, η νέα δυναμική σύναψης συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που δημιουργείται κατ’ εφαρμογή της εθνικής κοινωνικής συμφωνίας, την οποία πιστώνεται η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως και αγγίζει ήδη 500.000 εργαζομένους, σε συνδυασμό με την αύξηση αποδοχών των εργαζομένων ως αποτέλεσμα της εφαρμογής της ψηφιακής κάρτας εργασίας, αλλά και με τη μείωση της ανεργίας στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 18 ετών, συνθέτουν ένα συνεκτικό πλέγμα πολιτικών που ενισχύει την εργασία και το διαθέσιμο εισόδημα.
Η κεντρική προεκλογική δέσμευση της κυβέρνησης να φθάσει ο μέσος μισθός στα 1.500 ευρώ είναι ένας στόχος που έχει ήδη επιτευχθεί, όπως και ο κατώτατος μισθός στα 950 ευρώ το 2027 είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα γίνει πραγματικότητα. Κι αυτό, όταν βρισκόταν μόλις στα 650 ευρώ πριν η Ν.Δ. αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Πλέον υπάρχουν καλύτεροι μισθοί και μέσα από τον κοινωνικό διάλογο, που οδήγησε σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας, και είναι σαφές ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης και του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης παράγουν αποτελέσματα με ισχυρό θετικό αντίκτυπο στην αγορά εργασίας και αύξηση των εισοδημάτων.
Το αισιόδοξο ρεαλιστικό αφήγημα όσον αφορά στην πορεία της αγοράς εργασίας στη χώρα μας συνιστά, από την άλλη, και ένα μήνυμα προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως τόνισε ο πρωθυπουργός, ότι «σε μία τόσο σύνθετη συγκυρία είναι σημαντικό να έχουμε τη δύναμη να ξεχωρίζουμε τα μεγάλα και τα σοβαρά ενός κόσμου που αλλάζει, με εξελίξεις που μας αφορούν άμεσα, από τα μικρά και τα λιγότερο σημαντικά του κομματικού μας μικρόκοσμου».