Στο πλαίσιο του μεγαλύτερου προγράμματος νομιμοποίησης παράτυπων μεταναστών στην ευρωπαϊκή ιστορία, η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ έδωσε την ευκαιρία σε εκατοντάδες χιλιάδες ξένους να υποβάλλουν αίτηση για νόμιμη παραμονή και εργασία. Η προθεσμία ξεκίνησε στις 16 Απριλίου και έληξε στις 30 Ιουνίου, με περισσότερες από 1,3 εκατομμύριο αιτήσεις να υποβάλλονται. Είναι γεγονός ότι η κυβέρνηση μειοψηφίας των Σοσιαλιστών αιφνιδιάστηκε από τον αριθμό, καθώς δεν περίμενε πάνω από 500.000.
Επί της ουσίας, ως τα μέσα Ιουνίου πάνω από 900.000 παράτυποι μετανάστες, που είχαν φτάσει στη χώρα πριν από την 1/1/2026 και διέμειναν τουλάχιστον επί πέντε μήνες διατηρώντας λευκό ποινικό μητρώο, υπέβαλαν αίτηση. Οι 360.000 εξ αυτών εξασφάλισαν προσωρινή άδεια παραμονής ενόσω θα εξετάζεται το αίτημά τους. Το ζήτημα είναι τι θα γίνει με τους υπόλοιπους, που είναι αδύνατον να απομακρυνθούν μαζικά από την Ισπανία – ούτε και υπάρχει τέτοια πολιτική πρόθεση. Ο κλυδωνιζόμενος από το σκάνδαλο φαβοριτισμού της συζύγου του Ισπανός πρωθυπουργός δεν θα ήθελε να επαναληφθούν στη χώρα του τα αντιμεταναστευτικά «πογκρόμ» της Ιρλανδίας και της Νότιας Αφρικής.
Τα επιχειρήματα του Σάντσεθ δεν είναι παράλογα και κινούνται στην ίδια λογική με εκείνα της γερμανικής κυβέρνησης, που αναζητά απεγνωσμένα στρατιές ξένων εργαζομένων νεαρής ηλικίας και υψηλής ειδίκευσης, για να καλύψει κενά στην παραγωγή. Ο 54χρονος σοσιαλιστής ηγέτης υποστήριξε πως η «μεταναστευτική αμνηστία» δεν είναι μόνο πράξη κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και ανάγκης, προκειμένου να διατηρηθεί η υψηλή οικονομική ανάπτυξη της Ισπανίας και να διασφαλιστούν οι συντάξεις του μέλλοντος.