Το μέγα, λοιπόν, ερώτημα είναι κατά πόσον η αντηλιακή προστασία μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες. Το σίγουρο είναι πως όσο λιγότερο εκτίθεται κανείς στον ήλιο -με αντηλιακό ή χωρίς- τόσο λιγότερο κινδυνεύει από δερματικές κακοήθειες. Από την άλλη πλευρά, έχει ανάψει στα social media Ευρώπης και Αμερικής μια διαμάχη για το κατά πόσον τα αντηλιακά υψηλής προστασίας όχι μόνο δεν προστατεύουν από το μελάνωμα, αλλά αντιθέτως το… προκαλούν.
Σε τέτοιες περιπτώσεις καλό είναι να μιλάει η επιστήμη, αντί για τις ψευδοεπιστημονικές θεωρίες και τα fake news. Σε πολλές διαδικτυακές πλατφόρμες κυκλοφορεί τελευταία μια υποτιθέμενη έκθεση του Εθνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου των ΗΠΑ, που υποστηρίζει ότι «μετά την καθιέρωση των αντηλιακών το 1940 τα κρούσματα μελανώματος διπλασιάστηκαν».
Κι αυτό επειδή το «τοξικό» αντηλιακό εμποδίζει την σωστή απορρόφηση της ηλιακής ακτινοβολίας από το δέρμα. Η Μπρίτανι Σέφερ, του υπουργείου Δημόσιας Υγείας του Κονέκτικατ, χαρακτήρισε ψευδή την έκθεση και το περιεχόμενό της, ξεκαθαρίζοντας ότι καμία επιστημονική ένδειξη δεν συνδέει τη χρήση αντηλιακού με το μελάνωμα. Αντιθέτως, υπάρχουν πολλές έρευνες που επιβεβαιώνουν πως η χρήση του μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο.
Η αλήθεια είναι πως από το 1975 που το αμερικανικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο διατηρεί αρχεία για το μελάνωμα, τα αναφερθέντα κρούσματα αυξήθηκαν κατά 220% ως το 2023. Πέρα από την κλιματική αλλαγή, αυτό αποδίδεται στο γεγονός ότι ο κόσμος εκτίθεται περισσότερη ώρα απροστάτευτος στον ήλιο. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε έρευνα του 2024 το 33% των Αμερικανών και το 17% των Γερμανών απάντησαν ότι δεν χρησιμοποιούν ποτέ αντηλιακό!