Βέβαια, ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ανακάλυψε και την πυρίτιδα, αφού τα εύσημα δίνονται καθημερινά από τους Ευρωπαίους εταίρους και τις αγορές, ενώ οι πρώτοι που το κατάλαβαν είναι οι ίδιοι οι πολίτες. Οι οποίοι δεν έγιναν πλούσιοι, ούτε έλυσαν τα προβλήματα τους, αλλά είδαν διαφορά στην τσέπη τους. Από το 2019 μέχρι σήμερα αυξήθηκε έξι φορές ο κατώτατος μισθός, πήραν για πρώτη φορά μετά από χρόνια αύξηση οι δημόσιοι υπάλληλοι, επανήλθαν τριετίες και συλλογικές συμβάσεις, στηρίχθηκαν οι συντάξεις και η ανεργία μειώθηκε τόσο πολύ που αποτελεί πλέον το πιο ισχυρό διαπραγματευτικό στοιχείο για καλύτερους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα.
Κανείς δεν λέει ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερα. Κατ’ αρχάς το λέει η ίδια η κυβέρνηση, με τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας, Κυριάκο Πιερρακάκη, να τονίζει την αναγκαιότητα ακόμα μεγαλύτερης μείωσης της φορολογίας. Ηδη έχουν μειωθεί περισσότεροι από 83 άμεσοι και έμμεσοι φόροι και θα απαλλαγούμε και από άλλους. Οχι επειδή είμαστε σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, αλλά επειδή η μείωση της φορολογίας αποτελεί ταυτοτικό στοιχείο της οικονομικής πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας. Σε αντίθεση με τους πατριωτικούς φόρους Τσίπρα.
Ας δούμε λοιπόν τα νούμερα. Σύμφωνα με την τελευταία μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών για την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας (ήταν χθες Δευτέρα 29 Ιουνίου), οι Ελληνες θα εργαστούν φέτος 179 ημέρες για το κράτος, δηλαδή μία ημέρα λιγότερο από το 2025. Από το 2019 μέχρι το 2026, η φορολογική επιβάρυνση έχει μειωθεί κατά δύο ημέρες, που μπορεί να φαίνεται λίγο, αλλά είναι προφανώς θετικό, αν δει κανείς υπό ποιες γεωπολιτικές συνθήκες επιτεύχθηκε. Στην περίοδο αυτή, 22 κράτη της Ε.Ε. αύξησαν τη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών τους (και έλαβαν ή λαμβάνουν τώρα μέτρα λιτότητας), ενώ η Ελλάδα είναι μία από τις μόλις πέντε χώρες που μείωσαν φόρους, προχωρώντας ταυτόχρονα και σε μέτρα στήριξης των εισοδημάτων!
Γιατί λοιπόν υπεραποδίδουν τα φορολογικά έσοδα αφού μειώνονται οι φόροι; Πρώτον, από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η οποία επέτρεψε τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης χωρίς την αύξηση των πολιτών που φορολογούνται. Με τα ψηφιακά εργαλεία «άσπρισε» ένα μεγάλο μέρος της «μαύρης» οικονομίας, δηλαδή εκείνοι που δεν απέδιδαν ΦΠΑ, ενώ όφειλαν, τώρα αποδίδουν. Ετερος σημαντικός λόγος είναι η αύξηση της απασχόλησης, άρα και των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία, και της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Τρίτος λόγος, ο οποίος σε αντίθεση με τους δύο προηγούμενους αποτελεί πρόβλημα για τα νοικοκυριά, είναι ο επίμονος πληθωρισμός και το γεγονός ότι μέχρι το 2025 κάποιοι πολίτες που αύξησαν τα εισοδήματά τους μετακινήθηκαν σε υψηλότερες φορολογικές κλίμακες. Με τη μεταρρύθμιση όμως του 2026 αυτό διορθώνεται αρκετά και προφανώς πρέπει να γίνουν και άλλα για την προστασία των μεσαίων εισοδημάτων.