Από το απόγευμα της περασμένης Τρίτης, όταν η Περιφέρεια Αττικής αποφάσισε να κλείσουν τα σχολεία, τα πληκτρολόγια και οι δηλώσεις διαφόρων στελεχών κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν μπήκαν στον κόπο να υπολογίσουν ότι η απόφαση αυτή βασίστηκε στην οδηγία της Επιστημονικής Επιτροπής Εκτίμησης Κινδύνου.
Οι αντιδράσεις περί «υπερβολικής κίνησης Περιφέρειας» έδιναν και έπαιρναν, χωρίς προβληματισμό, χωρίς τη σύνεση που επιβάλλει το γεγονός ότι οι προβλέψεις για την εξέλιξη των καιρικών φαινομένων έχουν μεν την επιστημονική τους δόση ακρίβειας, αλλά η στρατηγική της πρόληψης βασίζεται κατά κύριο λόγο στις πιθανότητες του αιφνιδιασμού και στην ευελιξία των σεναρίων αντιμετώπισης. Η βασικότερη, ιερή θα λέγαμε, προτεραιότητα είναι η προστασία της ανθρώπινης ζωής, κάτι που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της λογικής της κυβερνητικής επιχειρησιακής λογικής, όπως έχει αποδείξει σε παρόμοιες περιπτώσεις, με χαρακτηριστικότερες αυτές στις πυρκαγιές κατά τους θερινούς μήνες.
Ακόμα και τις ώρες που ήδη είχε αρχίσει το πρώτο μεγάλο κύμα της νεροποντής, με τις τεράστιες ποσότητες νερού που ξεπέρασαν τα αντίστοιχα ρεκόρ των τελευταίων 70 ετών, η κριτική στην απόφαση της Περιφέρειας για τα κλειστά σχολεία δεν έλεγε να κοπάσει. Απεναντίας, όσο καθυστερούσε το δεύτερο κύμα, το οποίο αναμενόταν νωρίτερα, σύμφωνα με τις αρχικές προβλέψεις, η κριτική κορυφωνόταν μαζί με τις αντικυβερνητικές κορόνες περί «ασχετοσύνης» και «υπερβολής», ακόμα και υπονοούμενα περί συνδρόμου αυτοπροβολής των επιτελικών στελεχών της Περιφέρειας Αττικής και της Υπηρεσίας Πολιτικής Προστασίας.
Κανείς δεν θέλει ούτε να φανταστεί τι θα γινόταν αν ό,τι συνέβη το βράδυ συνέβαινε λίγο νωρίτερα, με τα σχολεία ανοιχτά, με τους γονείς και τα παιδιά στους δρόμους μετά το σχόλασμα και με τα σχολικά λεωφορεία μέσα στους χειμάρρους της λάσπης.
Δύο άνθρωποι έχασαν τις ζωές τους, ο καθένας σε διαφορετικές συνθήκες. Οι καταστροφές που υπέστησαν διάφορες περιοχές της Αττικής, αλλά και άλλες περιοχές της χώρας, αποτελούν ήδη αντικείμενο έρευνας και αναλύσεων ειδικών. Το μάτι του απλού ανθρώπου, π.χ. στα νότια προάστια του Λεκανοπεδίου (Γλυφάδα, Βούλα-Βάρη-Βουλιαγμένη, Κορωπί), έβλεπε για μία ακόμα φορά τις κρατικές υποδομές να ξεγυμνώνουν την ανικανότητά τους να προστατεύσουν ζωές και περιουσίες. Μια τραγική πραγματικότητα δεκαετιών που όχι μόνο δεν διορθώνεται αλλά επιδεινώνεται χρόνο με τον χρόνο.
Μόνο η ελληνική, ανέγγιχτη από κρατικά χέρια, ιδιαιτερότητα είναι ικανή να δημιουργήσει σκηνικό συνύπαρξης πανάκριβων πολυτελών κατοικιών, όπως στη λεγόμενη Ριβιέρα των νοτίων προαστίων -σε ορισμένες περιπτώσεις οι τιμές αγοράς ξεπερνούν και τις 30.000 ευρώ ανά τετραγωνικό- με τόνους λάσπης, πέτρες, τόνους από παρασυρμένα σκουπίδια, ξηλωμένα πεζοδρόμια και δέντρα, διαλυμένα οδοστρώματα. Μπροστά στη μανία της φύσης ο άνθρωπος είναι συνήθως ανίκανος να αντισταθεί. Μόνο μπροστά στον κακό του εαυτό έχει κάποια περιθώρια διόρθωσης. Λίγα αλλά υπαρκτά. Προέχει, όμως, η αντιπολίτευση…