Ο Νόβακ είχε πιει, τράβαγε βίντεο στο κινητό, είπε στον Ντίγκβα «είσαι ένας κακός άνθρωπος», ο Ντίγκβα συμφώνησε και για το αποδείξει μαχαίρωσε τον Νόβακ πέντε φορές.
Ο Νόβακ προσπάθησε να φύγει, ο Ντίγκβα τον βιντεοσκοπούσε με τη δική του κάμερα και όταν ήρθε η αστυνομία, είπε ότι δέχθηκε ρατσιστική επίθεση. Την ίδια στιγμή, ο Νόβακ αιμορραγούσε στο έδαφος. Ενώ τους έλεγε ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει, οι αστυνομικοί τού πέρασαν χειροπέδες για να αποφύγουν κατηγορίες για ρατσιστική συμπεριφορά. Ο Νόβακ συνέχισε να εκλιπαρεί για βοήθεια και να λέει ότι τον έχουν μαχαιρώσει, αλλά επειδή οι αστυνομικοί δεν έβλεπαν το αίμα κάτω από τα ρούχα, δεν πείθονταν. Το αποτέλεσμα ήταν ο Νόβακ να πεθάνει.
Η ιστορία του θανάτου του Χένρι Νόβακ είναι σημαντική γιατί αφορά ένα χαρακτηριστικό των τελευταίων χρόνων στην Ευρώπη: τον τρόμο των αστυνομικών να κατηγορηθούν για ρατσισμό. Τη στιγμή που ο Ντίγκβα κατηγόρησε τον Νόβακ για ρατσιστική συμπεριφορά, οι αστυφύλακες έβαλαν στο θύμα χειροπέδες και δεν τις έβγαζαν ακόμα και όταν τους έλεγε ότι τον έχουν μαχαιρώσει και δεν μπορεί να αναπνεύσει. Το άλλο είναι τα θρησκευτικά δικαιώματα των ξένων στη χώρα. Ο Ντίγκβα είχε μαζί του δύο μαχαίρια. Το ένα μαχαίρι ιεροτελεστιών, που είναι κατοχυρωμένο θρησκευτικό δικαίωμα των Σιχ, και το δεύτερο, που ήταν μεγαλύτερο, που χρησιμοποίησε για να σκοτώσει τον Νόβακ. Η παραδοχή ενός κράτους ότι οι ξένοι που επιλέγουν να μείνουν σε αυτό δεν έχουν την υποχρέωση να προσαρμοστούν, αλλά οι αυτόχθονες πρέπει να προσαρμοστούν στη θρησκεία και τους τρόπους συμπεριφοράς των ξένων.
Είναι οι στιγμές που θυμάμαι τα αμερικανικά μυθιστορήματα και τις ταινίες μέχρι το ‘60. Τα βιβλία του Κάπλαν που ο μετανάστης άκουγε χρόνια το «δεν μπορείς να μιλάς στα αμερικάνικα;», μέχρι που μάθαινε στο νυκτερινό σχολείο να μιλάει και μια μέρα, Αμερικανός πολίτης πλέον, μπορούσε να το πει στον φρέσκο από το πλοίο μετανάστη. Οταν ο κόσμος μπορούσε να διασκεδάσει με τις προφορές και τις συνήθειες χωρίς να σκεφτεί ότι θα τον περάσουν για ρατσιστή επειδή γελάει με τον Πίτερ Σέλερς στο «Πάρτι».
Οι κοινωνίες χάνονται όταν ούσες ενοχικές πετυχαίνουν να κάνουν και τους υπόλοιπους να ζουν με τις δικές τους ενοχές. Πεθαίνουν τη στιγμή που ένας νέος άνθρωπος αιμορραγεί στο έδαφος και οι αστυνομικοί δίπλα του φοβούνται μήπως τους περάσουν για ρατσιστές.
Ποιοι δίνουν συμβουλές για το πότε πρέπει να γίνουν εκλογές
«Πρέπει να κάνει εκλογές τον Ιανουάριο επειδή μετά θα έχει τα Τέμπη». «Να κάνει τον Μάιο πριν αρχίσουν οι πυρκαγιές». «Να κάνει τον Οκτώβριο που ο κόσμος θα θυμάται τις παροχές της έκθεσης Θεσσαλονίκης. Διαφορετικά τον Νοέμβριο, πριν κάψουν την Αθήνα οι κουκουλοφόροι στις διαδηλώσεις για τον Γρηγορόπουλο».
Μόνο που, όπως είχε πει ο Φερνάντο Σάντος, «όποιος φοβάται, παίρνει σκύλο». Ο κανόνας ισχύει στην πολιτική, όπως και στο ποδόσφαιρο. Εκτός ότι υπάρχουν παράμετροι που όταν δίνονται συμβουλές, όπως οι προηγούμενες, δεν λαμβάνονται υπόψη.
Στην περίπτωση του Τσίπρα και της Καρυστιανού παίχτηκε ένα παιχνίδι που είχε τον Μητσοτάκη νικητή. Κυκλοφορώντας τη φήμη, ακόμα και διά στόματος Αδωνη, ότι μπορεί να κάνει πρόωρες εκλογές, ο Μητσοτάκης ανάγκασε τον Τσίπρα και την Καρυστιανού να επισπεύσουν τη δημιουργία των κομμάτων τους. Δίνοντας την ευκαιρία να γίνει κριτική στους μελλοντικούς τους συνεργάτες. Όπως, για παράδειγμα, τον Νίκο Νυφούδη, που το 2015 είχε πει τον Τσίπρα καραγκιόζη και ακόμα μεγαλύτερους καραγκιόζηδες αυτούς που τον ψήφισαν. Καλές λοιπόν οι συμβουλές για το πότε πρέπει να γίνουν οι εκλογές. Μερικές φορές όμως είναι σαν η γαλαρία να λέει στον Φίσερ ποια θα πρέπει να είναι η επόμενη κίνησή του.
ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ & ΕΞΑΝΤΛΗΣΗ
Δεν θα πείραζε ότι οι ομάδες έχουν γίνει 48 και τα ματς 104. Ούτε ότι για να αποκλειστείς στο Παγκόσμιο Κύπελλο -η Ελλάδα το κατάφερε- ήταν πιο δύσκολο από το να προκριθείς. Ούτε ότι τα περισσότερα ματς της πρώτης φάσης θα γίνονται ανάμεσα στη 1 το βράδυ και στις 7 το πρωί. Αυτό που πειράζει είναι η αίσθηση της απληστίας.
Ματς ανάμεσα σε εξαντλημένους από την κανονική σεζόν παίκτες που θα πρέπει να πετάνε από χώρα σε χώρα, αφού το Παγκόσμιο Κύπελλο γίνεται στον Καναδά, την Αμερική και το Μεξικό και τιμές εισιτηρίων που έχουν αποκλείσει τον μέσο φίλαθλο από το λαϊκότερο των αθλημάτων.
Αυτό όμως που σκοτώνει το ποδόσφαιρο είναι η υπερπροβολή. Κάποτε οι παίκτες ζούσαν στην αχλύ του μύθου. Σήμερα οι Ευρωπαίοι σούπερ σταρ ζουν κάθε μέρα στην οθόνη της τηλεόρασης. Πόσα μοναδικά πράγματα μπορούν να κάνουν ο Χάρι Κέιν και ο Χάαλαντ την ίδια σεζόν; Πόσα ματς θα μείνουν «αξέχαστα»;
Πόσο δηλαδή ποδόσφαιρο χωράει σε μία σεζόν που τη στιγμή που θα τελειώνει το Παγκόσμιο Κύπελλο θα αρχίζουν τα ευρωπαϊκά ματς; Το παγκόσμιο ποδόσφαιρο υπεραναλυμένο, ξεχειλωμένο από τα var και την τεχνολογία δεν χρειάζεται. Χρειάζεται την ψυχή του που δεν θα τη βρει στις σουίτες των χορηγών.