
_ Το βιβλίο σας είναι μια επιστολή αλλά και ένα μνημόσυνο για τον Γιώργο Ιωάννου. Πώς αποφασίσατε να προσεγγίσετε έναν τόσο εμβληματικό δημιουργό μέσα από τη δική σας φωνή και όχι με παραδοσιακή βιογραφία;
-Η γραφή του κειμένου αυτού δεν υπόκειται σε κατάταξη κάποιου συγκεκριμένου γραμματολογικού είδους. Οφείλεται στη βαθύχρονη, αδιάπτωτη και επιδραστική για μένα επικοινωνία και εμβάθυνση του έργου του συγγραφέα, που στην περίπτωσή μου ως ανθρώπου και ως δημιουργού λειτουργεί ως πατέρας και αδελφός με έναν διαρκή παιδιόθεν διάλογο πέραν των συμβατών ορίων του χρόνου.
_ Ο Ιωάννου αφήνει πίσω του μια πολυσχιδή κληρονομιά: στιλίστας, λαογράφος, ανθρωποδίφης. Ποιο στοιχείο του έργου του θεωρείτε πιο ζωντανό σήμερα για τον σύγχρονο αναγνώστη;
-Η ανθρωπογνωστική έρευνα που επιτελείται μέσω της παιδεμένης λογοτεχνικής ματιάς του Ιωάννου, που υπήρξε ένας οξύνους και κοινωνικά υπαιρευαίσθητος δέκτης των ιστορικών κραδασμών και των αδικιών που διαχρονικά, αλλά ιδίως τον περασμένο αιώνα έχει υποστεί το Γένος μας από εντόπιες και ξένες εξουσίες, και η συμπόνια που τον διακρίνει για τα μαρτύρια του ανθρώπινου βίου τον καθιστούν έναν πάντα επίκαιρο και πολύτιμο όχι απλώς πολυσχιδή δημιουργό, αλλά σπουδαίο δάσκαλο της ζωής.
_Το έργο σας δεν περιορίζεται σε κριτική ή φιλολογικό σχόλιο, αλλά αναδεικνύει τον Ιωάννου μέσα από τη δική σας δημιουργική ματιά.
Ποιο είναι το πιο δύσκολο σημείο όταν γράφεις για έναν συγγραφέα που αγαπάς βαθιά, η υπόμνηση, η ανάλυση ή η προσωπική σου εμπλοκή;
-Είναι βαθιές οι ρίζες. Κάποιοι σύγχρονοι Ελληνες συγγραφείς, ελάχιστοι, συντηρούν αυτήν τη διά βίου στενή σχέση, την αλυσίδα που τους δένει στενά με συγγραφικές προσωπικότητες του παρελθόντος, εμβληματικές. Η επικοινωνία αυτή είναι ακατάπαυστη και έτσι δεν υπάρχει καμιά δυσκολία, αλλά μια φυσική επικοινωνία και ένας διαρκής διάλογος μεταξύ παρόντος και απόντος, ο οποίος δεν ανασταίνεται γιατί συνομιλείς μαζί του σαν να μην έχει απουσιάσει ποτέ. Προσωπικά το ζω και το έχω κάνει λογοτεχνική πράξη με τον Βιζυηνό, τον Παπαδιαμάντη και τον Καβάφη σε τρεις νουβέλες μου των εκδόσεων Αγρα. Εχω δύο οφειλές ακόμη με δύο πρόσωπα της ζωής μου, τη Διδώ Σωτηρίου και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, στις οποίες ευελπιστώ να μου δοθεί η χάρη να ανταποκριθώ γόνιμα.

_ Ο τίτλος αναφέρεται σε έναν «αδερφό» που λείπει στην «γκλαβανή», μια εικόνα σχεδόν ποιητική. Τι σημαίνει για εσάς η «γκλαβανή» ως χώρος μνήμης και πώς τη βιώνετε μέσα στη γραφή;
«Γκλαβανή», ναι, η εικόνα είναι τόσο ποιητική όσο και κυνική. Σημαίνει χώρος απουσίας, εντάφιος χώρος, φυλακή και ξενιτιά, σαν να έχει αιχμαλωτισθεί κάποιος και ζει σε συνθήκες σκλαβιάς που σου απαγορεύουν την επικοινωνία μαζί του, παράλληλα όμως, μέσα στη ροή του χρόνου, εσύ βρίσκεσαι σε ένα άχρονο στάδιο αναμονής και προσμονής για την έξοδό του, την επιστροφή και τη συνένωση μαζί του. Αλλά ακόμη κι αν δεν πρόκειται να συμβεί αυτό, αν δηλαδή η γκλαβανή, γιατί είναι κοινή μοίρα, δηλαδή ένα τοπίο θανάτου, προσμένει να καταπιεί κι εσένα, τότε θα έχεις στην πέρα όχθη μια αγκαλιά και μια προστατευτική σκιά παραμυθίας σε έναν κόσμο άγνωστό, έναν κόσμο ανωνυμίας και λήθης, όπου όμως η συνύπαρξή σου με τον αγαπημένο άλλο λειτουργεί εν ζωή λυτρωτικά και ας πρόκειται για ουτοπία.
_Το βιβλίο είναι σύντομο, αλλά γεμάτο στοχασμό. Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης: μια σκέψη, ένα συναίσθημα ή μια ερώτηση που τον συνοδεύει πέρα από τις σελίδες;
-Το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβάζεται ει δυνατόν φωναχτά για να εννοήσει, δηλαδή να συναισθανθεί βαθιά, ο αναγνώστης όλο το σκεπτικό και την ψυχολογία, το νόημα του λόγου, αλλά και την ειδική ψυχική κατάσταση του γράφοντος, που αναφέρεται σε έναν πρόγονό του σαν τρόπον τινά «αφιονισμένος», μουσκεμένος από την υγρασία της ιδιοσυγκρασίας και της δημιουργικής ομορφιάς του. Δεν έχει τόσο σημασία αν κρατάς κάτι συγκεκριμένο, σου μένει, αν «σε πιάσουν» η ουσία του λόγου, ο οίστρος και η παραληρηματική σπουδή ενός συγγραφέα της εποχής μας πάνω στην εργοβιογραφία ενός προγενέστερου μάστορα του ελληνικού λόγου που άφησε τα σημάδια της δημιουργικής του διαδρομής άσβεστα στο σώμα της μνήμης μας.

