Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του μυθιστορήματος « ΜΟΛΥΒΕΝΙΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ» της Ιφιγένειας Θεοδώρου ξετυλίγουμε το νήμα μιας συγκλονιστικής ιστορίας με φόντο τη Θεσσαλονίκη, όπου η συγγραφέας αναδεικνύει την αέναη σύγκρουση ανάμεσα στα προσωπικά «θέλω», τα κοινωνικά «πρέπει», τις ιστορικές συγκυρίες που βαραίνουν στις προσωπικές σχέσεις και στις διαδρομές των ηρώων της.
Μια ανθρώπινη περιπλάνηση στη μνήμη και στον χρόνο, με μια ιδιαίτερη, αφηγηματική γλώσσα που αναδύει εικόνες, μυρωδιές και ήχους μιας ολόκληρης εποχής.
_Ο τίτλος «Μολυβένιος ουρανός» προμηνύει μια επικείμενη καταιγίδα. Πώς συνδέεται αυτό το βαρύ ατμοσφαιρικό τοπίο με το εσωτερικό κλίμα των ηρώων σας και το συλλογικό ασήκωτο βάρος της ελληνικής Ιστορίας;
Ο εικοστός αιώνας σημαδεύτηκε από ιστορικά γεγονότα, δύο παγκόσμιους πολέμους, ανταλλαγή πληθυσμών, τον Εμφύλιο και τη χούντα, που στην πατρίδα μας άφησαν ισχυρό αποτύπωμα μαζί με τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις κοινωνικές ανακατατάξεις. Το σύμπλεγμα όλων των πολιτικών και κοινωνικών παραγόντων έπεσε ως βαρύς, Μολυβένιος ουρανός πάνω στους ώμους των ανθρώπων, οι ζωές τους επηρεάστηκαν βαθιά είτε επρόκειτο για την επιβίωσή τους είτε για τις προσωπικές τους επιλογές και τη μελλοντική τους εξέλιξη.
_ Ο κεντρικός ήρωας, ο κύριος Γιώργος, επιλέγει τη γραφή ως καταφύγιο. Πιστεύετε ότι η αποτύπωση των λέξεων στο χαρτί αποτελεί για τον ίδιο, αλλά και για κάθε άνθρωπο, μια απόπειρα να αναμετρηθεί με τις σκιές που τον κατατρέχουν;
Η Τέχνη είναι ένας τρόπος να εκφράσουμε το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Η γραφή είναι μια μακριά, εσωτερική διαδρομή, ο δημιουργός βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μνήμη, τις ανησυχίες και τις ανασφάλειες του, τις εμπειρίες και τα τραύματά του. Ο κύριος Γιώργος γράφοντας δραπετεύει από μια πραγματικότητα που αδυνατεί να αντιμετωπίσει. Αφηγείται τα κατορθώματα του αντάρτη αδελφού του ως αντίβαρο στη δική του αδράνεια μπροστά στις ιστορικές συγκυρίες. Στο τέλος, λόγω του έρωτά του για τη Ζωή, λυτρωμένος πια καταφεύγει στην ποίηση. Αντίθετα ο Ντίνος, παιδί μιας άλλης γενιάς, ακολουθεί τη ροή των γεγονότων, αναλύει και κρίνει τις πολιτικές εξελίξεις. Η δημοσιογραφία τού δίνει χώρο να εκφράσει τις πεποιθήσεις του.

_Στο βιβλίο, η σχέση της Ζωής με τον γιο της, τον Ντίνο, μοιάζει με έναν περίκλειστο κόσμο. Πώς ισορροπεί ένα παιδί ανάμεσα στην απόλυτη προστασία και τη συναισθηματική φυλακή;
Η Ζωή μεγαλωμένη σε ένα ήρεμο αστικό περιβάλλον απογοητεύεται γρήγορα από τον γάμο της και αφιερώνεται στον μονάκριβο γιο της, τον Ντίνο. Η ασφυκτική μητρική αγκαλιά στην αρχή προσφέρει την απόλυτη προστασία στο αγόρι, όμως γρήγορα μεταβάλλεται σε συναισθηματική φυλακή. Η παρουσία του κυρίου Γιώργου είναι ο καταλύτης σε αυτή τη σχέση, «…αυτό το δίπολο, μάνα και γιος , άρρηκτα δεμένοι, διπλή κλωστή σε κέντημα, ο Γιώργης δεν σκέπτεται στιγμή να το σπάσει. Αφήνεται με λαχτάρα να τον καταπιούν, να τον χωνέψουν…» Ο ισότιμος ρόλος των δύο γονιών είναι ακρογωνιαίος λίθος για την οικογένεια, έστω κι αν δεν πρόκειται για βιολογικούς γονείς.
_Οι χαρακτήρες σας βρίσκονται διαρκώς διχασμένοι ανάμεσα στην προσωπική επιθυμία και το κοινωνικό καθήκον. Είναι τελικά αυτή η βουβή, καθημερινή σύγκρουση που καθιστά την ανθρώπινη μοίρα διαχρονικά τραγική;
Για τον αδελφό του κυρίου Γιώργου, τον αντάρτη Λεωνίδα, η προσωπική του επιθυμία συμπίπτει με το καθήκον να υπηρετήσει τα ιδεώδη του τον καιρό της Κατοχής και στον Εμφύλιο, έστω κι αν αργότερα απογοητευμένος υπερβαίνει τα πιστεύω του παρελθόντος. Η Ζωή παραμένει διχασμένη ανάμεσα στο καθήκον και τον Ερωτα, σπάει τα προκαθορισμένα όρια του φύλου της, όμως η ανατροπή που επιχειρεί, προκαλεί μια οικογενειακή τραγωδία. Η στρεβλή προστατευτική αγάπη της συνθλίβει τον Ντίνο, που κι εκείνος κάνει την ρήξη, αλλά εις μάτην… Ανάμεσά τους ο ονειροπόλος κύριος Γιώργος διασώζεται χάρις στις λέξεις. Ο ιδανισμός του και ο ρεαλισμός της Ζωής τρέφουν την παράδοξη σχέση τους γεμάτη αγάπη και υποχωρήσεις που αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι ανέφικτο.
_Στα προηγούμενα βιβλία σας πρωταγωνιστής πάντα ήταν ένας άλλος τόπος, η Σμύρνη, η Δαμασκός, η ορεινή Θράκη. Τώρα η ιστορία διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη.
Ο Σεφέρης γράφει ότι «πατρίδα είναι εκεί όπου βλάστησε η παιδική σου ηλικία». Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη, κι εγώ όπως ο κύριος Γιώργος αναμετριέμαι με τις ιστορικές στιγμές της μεταγράφοντας σε μυθοπλασία αναμνήσεις και βιώματα, παίζοντας προς χάριν των αναγνωστών με το αληθινό και την επινόηση. Μπορεί η θάλασσα του Θερμαϊκού να μου έδειξε τον δρόμο της αναζήτησης, η ίδια θάλασσα με φέρνει πάλι πίσω.
_Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αφήνετε ένα μυστήριο να πλανάται για το ποιος γράφει τελικά τον επίλογο της ιστορίας. Στη ζωή, όπως και στο μυθιστόρημά σας, εμείς ή μήπως οι συνθήκες γύρω μας αποφασίζουν το τέλος κι εμείς απλώς ακολουθούμε;
Και στη ζωή και στη δημιουργία είμαστε έρμαια των ιστορικών συνθηκών και του χρόνου. Των συμπτώσεων και της Τύχης. Αλίμονο αν μπορούσαμε να προβλέψουμε την εξέλιξη ή το μέλλον. Η ελεύθερη επιλογή εξαρτάται και από τη στιγμή, το περιβάλλον, τους ανθρώπους γύρω, τις πολιτικές και ιστορικές συγκυρίες. Το ίδιο συμβαίνει και στην αφήγηση. Χτίζεις την ιστορία και εισχωρούν μέσα της ψήγματα μνήμης, τόποι αληθινοί και εικόνες από όνειρα, πρόσωπα ξεχασμένα και σκέψεις ανοίκειες, σε οδηγεί η φαντασία και το τυχαίο. Οταν όμως όλα αυτά εξελίσσονται σε ένα ιστορικό πλαίσιο γνωστό από το παρελθόν, κάτω από έναν βαρύ, Μολυβένιο Ουρανό έτοιμο να ξεσπάσει, τότε ο επίλογος δεν είναι παρά κάτι ανάμεσα στο πραγματικό και στο απρόβλεπτο.























