Ορισμένοι δημιουργοί επιλέγουν να σταθούν στο μεταίχμιο του χρόνου, κοιτάζοντας την ανθρώπινη μοίρα κατάματα.
Ο Ιαν ΜακΓιούαν ανήκει δικαιωματικά σε αυτή την κατηγορία των μεγάλων σύγχρονων συγγραφέων. Στο μυθιστόρημά του «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», που μας παραδίδουν οι εκδόσεις Πατάκη σε ρέουσα μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, ο συγγραφέας επιλέγει μια χαμηλόφωνη, στοχαστική αφήγηση και δημιουργεί ένα έργο μακριά από εύκολους εντυπωσιασμούς, που αρνείται να παραδοθεί στον μηδενισμό.
Η πλοκή χτίζει μια ιδιότυπη λογοτεχνική γέφυρα ανάμεσα σε δύο κόσμους. Το νήμα ξεκινά το φθινόπωρο του 2014, σε ένα δείπνο για τα γενέθλια της Βίβιεν Μπλάντι. Ο διάσημος, πλην εγωκεντρικός, ποιητής Φράνσις Μπλάντι απαγγέλλει για πρώτη και μοναδική φορά μια ακολουθία δεκαπέντε σονέτων, την «Κορόνα για τη Βίβιεν», αφιερωμένη στη σύζυγό του. Το ποίημα, γραμμένο σε ένα και μοναδικό αντίτυπο, δεν θα δημοσιευθεί ποτέ και η τύχη του θα γίνει αντικείμενο αδιάκοπης λογοτεχνικής μυθολογίας.

Εναν αιώνα μετά, το 2119, η γεωγραφία έχει αλλάξει ριζικά. Η Μεγάλη Βρετανία έχει μεταμορφωθεί σε ένα υδάτινο, διασπασμένο αρχιπέλαγος, ύστερα από την κλιματική και πυρηνική καταστροφή που έχει αλλάξει τον κόσμο. Εκεί συναντάμε τον Τομ Μέτκαλφ, έναν μοναχικό ακαδημαϊκό του Πανεπιστημίου του Σάουθ Ντάουνς, ο οποίος ζει μέσα στα ψηφιακά και αρχειακά κατάλοιπα του παρελθόντος. Ο Τομ, μαζί με τη συνάδελφό του Ρόουζ Τσερτς, αναζητά τα ίχνη εκείνου του χαμένου ποιήματος. Στην περίοδο που οι άνθρωποι του μέλλοντος αποκαλούν «Η Διαταραχή» (The Derangement), όταν η ανθρωπότητα γνώριζε την επερχόμενη καταστροφή αλλά απέτυχε να δράσει, οι δύο ερευνητές αναζητούν στις σκόρπιες λέξεις των νεκρών ένα ίχνος από τον κόσμο που χάθηκε.
Η αφήγηση ξετυλίγεται αρχικά ως μια ευφυής λογοτεχνική αναζήτηση, ένα θρίλερ ιδεών που συνομιλεί με την ιστοριογραφική μεταμυθοπλασία. Οταν όμως ο Τομ και η Ρόουζ αγγίζουν ένα απρόσμενο εύρημα, ένα κρυμμένο εξομολογητικό χειρόγραφο, η ακαδημαϊκή τους αναζήτηση αποκτά μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου μετατοπίζει την οπτική και μας φέρνει πιο κοντά στη Βίβιεν, ανοίγοντας έναν δρόμο προς αλήθειες που είχαν παραμείνει επιμελώς κρυμμένες. Ο ΜακΓιούαν ανατρέπει σταδιακά τις βεβαιότητες του αναγνώστη και μας υπενθυμίζει πόσο εύθραυστη, αποσπασματική και υποκειμενική μπορεί να είναι κάθε προσπάθεια ανασύστασης του παρελθόντος.
Το μεγαλείο του ΜακΓιούαν στο συγκεκριμένο έργο έγκειται στο ότι χρησιμοποιεί το μέλλον όχι για να κατασκευάσει μια συμβατική επιστημονική φαντασία -ο ίδιος έχει περιγράψει το βιβλίο ως «επιστημονική φαντασία χωρίς την επιστήμη»-, αλλά για να μιλήσει για το δικό μας παρόν. Για τις ελευθερίες και τις δυνατότητες που θεωρούμε δεδομένες, για τον πλούτο της καθημερινότητας που στερούμε από τις επόμενες γενιές, για την αδυναμία μας να αντιδράσουμε όταν ακόμη έχουμε τη δυνατότητα να το πράξουμε. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά αναδεικνύει τη γραφή του, απαλλαγμένη από περιττά στολίδια, και διατηρεί εκείνη την κρυστάλλινη ψυχρότητα που ξαφνικά φλέγεται από μια βαθιά τρυφερότητα.
Το κεντρικό ερώτημα που πλανάται πάνω από τις σελίδες συμπυκνώνεται στον τίτλο: Τι μπορούμε τελικά να γνωρίζουμε;. Πόσο καλά γνωρίζουμε την Ιστορία; Πόσο βαθιά μπορούμε να εισχωρήσουμε στην ψυχή του άλλου, ακόμη και του ανθρώπου με τον οποίο μοιραζόμαστε το ίδιο κρεβάτι; Ο συγγραφέας δείχνει ότι η αλήθεια δεν φτάνει ποτέ σε εμάς ολόκληρη. Είναι ένα μωσαϊκό από μνήμες, μαρτυρίες, παραποιήσεις, ερμηνείες και σκόπιμες αποσιωπήσεις.
Αυτό που κάνει το «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε» να ξεχωρίζει στην πρόσφατη εργογραφία του είναι ότι συνομιλεί ευθέως με το πνεύμα της εξιλέωσης. Και στα δύο έργα, ο συγγραφέας εξετάζει τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, στη μνήμη και την αλήθεια, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η αφήγηση μπορεί να αναπλάσει ή να παραμορφώσει το παρελθόν. Σε έναν κόσμο ακρωτηριασμένο, όπου η γεωγραφία και η ανθρώπινη γεωμετρία έχουν αλλάξει ριζικά, η ανάγκη για ομορφιά και νόημα παραμένει. Το χαμένο ποίημα του Μπλάντι μετατρέπεται σε σύμβολο: Ενα έργο που, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει, μπορεί να γίνει ό,τι ο καθένας επιθυμεί να είναι.
Η ΑΕΝΑΗ ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΣΥΝΘΕΣΗ ΟΣΩΝ ΧΑΘΗΚΑΝ
Διαβάζοντας το βιβλίο, ένιωσα έντονα τον απόηχο της καβαφικής σκέψης για το πέρασμα του χρόνου και τα τείχη που υψώνουμε γύρω από τις αλήθειες μας. Ο ΜακΓιούαν δεν γράφει απλώς μια ιστορία· συνθέτει ένα στοχαστικό μυθιστόρημα για τον έρωτα, τη λέξη και τη συλλογική μνήμη. Πρόκειται για ένα έργο που προσκαλεί τον αναγνώστη να αναλογιστεί όχι μόνο τι γνωρίζει για το παρελθόν, αλλά και πόσα από όσα θεωρεί βέβαια είναι στην πραγματικότητα προϊόν αφήγησης.
Ένα ώριμο και φιλόδοξο έργο από έναν δημιουργό που συνεχίζει να μας εκπλήσσει, υπενθυμίζοντάς μας ότι όσο αναζητούμε την ομορφιά και το νόημα μέσα στα ερείπια, τίποτα δεν χάνεται εντελώς. Το παρελθόν μπορεί να βυθιστεί, τα βιβλία μπορεί να χαθούν, ακόμη και ένα ποίημα μπορεί να γίνει στάχτη. Αυτό που μένει είναι η αέναη ανάγκη του ανθρώπου να ανασυνθέσει όσα χάθηκαν και να ρωτήσει, ξανά και ξανά: Τι μπορούμε πράγματι να γνωρίζουμε;






















